music
Home | my choice | dark wave | punk | αστα να πανε |
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 12 Απριλίου 2020
Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020
Ψυχοπάθεια ή κοινωνιοπάθεια;
Η ψυχοπάθεια και η κοινωνιοπάθεια μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά, όμως
υπάρχουν μερικές βασικές διαφορές που καθορίζουν την κάθε διαταραχή.
Η κοινωνιοπάθεια είναι μια βαθιά παρεξηγημένη διαταραχή, η οποία
μπορεί να είναι κληρονομική ή επίκτητη.
Η ψυχοπάθεια, από την άλλη,
οφείλεται κυρίως σε γενετικούς και
βιολογικούς παράγοντες.
Οι ψυχοπαθείς δεν διαθέτουν τις
απαραίτητες νευρολογικές βάσεις ώστε να αναπτύξουν το αίσθημα της ηθικής. Οι κοινωνιοπαθείς μπορούν να αναπτύξουν
επαφές με τον κοινωνικό τους περίγυρο, όμως χρειάζονται καθοδήγηση και ενίσχυση
των ηθικών τους αξιών.
Ο
διαχωρισμός των δύο διαταραχών είναι καθοριστικός στη διάγνωση, τη διαχείριση
και την αντιμετώπισή τους.
Η βασικότερη διαφορά μεταξύ των δύο είναι
ότι ορισμένοι ψυχοπαθείς είναι
επικίνδυνοι. Μπορεί να παρουσιάζουν βίαιες τάσεις και έντονη επιθετικότητα.
Οι κοινωνιοπαθείς, από την άλλη,
έχουν συχνά τάσεις απομόνωσης από
τον κοινωνικό περίγυρο.
Οι ψυχοπαθείς δεν δείχνουν καμία
μεταμέλεια για τις πράξεις τους, συνήθως λόγω
βλάβης σε μια περιοχή του εγκεφάλου που ρυθμίζει το φόβο και την κρίση. Και οι κοινωνιοπαθείς
μπορεί να παρουσιάζουν αντίστοιχες βλάβες στον εγκέφαλο, όμως η ανατροφή παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή τους.
Ένα κυρίαρχο γνώρισμα των κοινωνιοπαθών είναι ότι φαινομενικά είναι αξιόπιστοι και
ειλικρινείς, ενώ στην πραγματικότητα η συμπεριφορά τους εξυπηρετεί δόλιους σκοπούς. Επίσης, οι κοινωνιοπαθείς είναι παθολογικοί ψεύτες.
Πέμπτη 18 Μαΐου 2017
Atheists - religious
Atheists are
more intelligent than religious people, say researchers
New paper
sets out to explain negative correlation between faith and intellect found in
dozens of past studies
Religious people are less intelligent on average than
atheists because faith is an instinct and clever people are better at rising
above their instincts, researchers have claimed.
The theory — called the 'Intelligence-Mismatch
Association Model' — was proposed by a pair of authors who set out to explain
why numerous studies over past decades have found religious people to have
lower average intelligence than people who do not believe in a god.
A 2013 analysis by University of Rochester found “a
reliable negative relation between intelligence and religiosity” in 53 out of
63 historic studies.
A negative correlation between intelligence and
religion makes sense if religion is considered an instinct, and intelligence
the ability to rise above one's instincts, say researchers Edward Dutton and
Dimitri van der Linden in their new paper published today.
Writing for Springer’s journal of Evolutionary
Psychological Science, the authors – who are based at the Ulster Institute for
Social Research and Rotterdam University respectively – explained their model
is based on the ideas of evolutionary psychologist Satoshi Kanazawa.
Mr Kanazawa's 'Savanna-IQ Principles' suggest human
behaviour will always be guided by the environment in which their ancestors
developed.
Mr Dutton and Mr van der Linden argue in keeping with
this that religion should be considered an 'evolved domain' — or instinct.
Rising above instincts is advantageous, they said in a
statement, because it helps people to solve problems.
“If religion is an evolved domain then it is an
instinct, and intelligence — in rationally solving problems — can be understood
as involving overcoming instinct and being intellectually curious and thus open
to non-instinctive possibilities,” explained Mr Dutton.
According to the 2013 review, the more intelligent a
child is — even during early years — the
more likely it is to turn away from religion.
In old age, above-average-intelligence people are less
likely to believe in a god.
Mr Dutton and Mr van der Linden also investigated the
link between instinct and stress, and the instinctiveness with which people
tend to operate during stressful periods.
They argue that being intelligent helps people during
stressful times to weigh up their options and act rationally rather than give
in to knee-jerk responses.
“If religion is indeed an evolved domain — an instinct
— then it will become heightened at times of stress, when people are inclined
to act instinctively, and there is clear evidence for this,” said Mr Dutton.
“It also means that intelligence allows us to able to
pause and reason through the situation and the possible consequences of our
actions.”
The researchers believe that people who are attracted
to the non-instinctive are potentially better problem solvers.
“This is important, because in a changing ecology, the
ability to solve problems will become associated with rising above our
instincts, rendering us attracted to evolutionary mismatches,” said Mr van der
Linden.
Παρασκευή 20 Μαΐου 2016
"Το μάρκετινγκ της τρέλας"
Με
αφορμή ένα πολυβραβευμένο ντοκιμαντέρ, υπό τον τίτλο “The Marketing of
Madness”, διερωτάται κανείς, βλέποντάς το, εάν είναι πάντοτε αναγκαία η κατανάλωση
φαρμάκων για τον έλεγχο και την ρύθμιση μιας ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς. Με
έντονα κριτική διάθεση απέναντι στον τομέα της ψυχιατρικής και της
φαρμακοθεραπείας, το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει θέματα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον,
γύρω από τον τρόπο που ελέγχεται και ρυθμίζεται σήμερα από τους ειδικούς, μέχρι
και η πιο απλή ψυχική ασθένεια.
Σύμφωνα με ψυχιατρική έρευνα του Παγκόσμιου Οργανισμού
Υγείας, 540 εκατομμύρια άνθρωποι πάσχουν διεθνώς, από κάποια ψυχική ασθένεια. Η
συγκεκριμένη διαπίστωση θα μπορούσε να ισοδυναμεί τρεις φορές, με τον πληθυσμό
των περισσότερων μεγαλουπόλεων του κόσμου. Η ερώτηση που γεννάει αυτή η πρόταση
είναι “εάν υπάρχουν πράγματι, τόσο πολλοί ασθενείς ή είναι και αυτό μία
περίπτωση καλού μάρκετινγκ”. Και η απάντηση δεν δίνεται όσο δεν φαίνεται να
ανησυχεί κανείς, για την γενική εικόνα της κοινωνίας. Για το τι ακριβώς
συμβαίνει σε αυτή, με τον πολλαπλασιασμό της αλλοίωσης της διάθεσης και των
συναισθημάτων από τα φάρμακα.
Μόνο στα τελευταία 60 χρόνια, αρχίσαμε πραγματικά την
χορήγηση φαρμάκων, δηλητηριάζοντας τον εγκέφαλο με τόσο τρομερά τοξικές
ουσίες”, παραδέχεται ο Κλινικός Ψυχολόγος, Τόμπι Γουάτσον. Σύμφωνα με ειδικούς
από τον χώρο του μάρκετινγκ, ψυχικές διαταραχές, όπως το άγχος και η κατάθλιψη
αποτελούν τις πιο ασαφείς κατηγορίες ασθένειας για τη χορήγηση φαρμάκων, ενώ
σπάνια βασίζονται σε μετρήσιμα σωματικά συμπτώματα. Η ιατρική γνωμάτευση
ωστόσο, καταλήγει συχνά, στη χορήγηση φαρμάκων, όπως είναι τα αντικαταθλιπτικά,
προβάλλοντας τις ιδιότητες τους ως ένα “μαγικό” χάπι που θα αποδεσμεύσει τον
ασθενή από οποιαδήποτε ψυχική δυσφορία.
Όλα ή σχεδόν, τα περισσότερα ψυχοτρόπα φάρμακα έχουν πέρα
από “μαγικές” ιδιότητες και κάποιες εξίσου, ισχυρές παρενέργειες. Μέσα στις
παρενέργειες είναι και η επιδείνωση των συμπτωμάτων που το φάρμακο ισχυρίζεται
ότι αντιμετωπίζει. Ένα αγχολυτικό φάρμακο καταπολεμά συνήθως, την νευρικότητα,
τις διαταραχές πανικού, την ίδια στιγμή όμως, μπορεί να προκαλέσει αυξημένη
επιθετικότητα ή παραισθήσεις. Στην ουσία, ένα φάρμακο βάζει τον ασθενή σε κίνδυνο
με τον ίδιο τρόπο που τον βοηθάει.
Σύμφωνα με τον κλινικό ψυχολόγο, Ρίτσαρντ Λάντις, “Τα
περισσότερα ψυχοτρόπα τείνουν να ισοπεδώσουν τα πράγματα. Μειώνεις την
κατάθλιψη, μειώνεις επίσης, και την χαρά. Και έτσι υποβιβάζεται το τι σημαίνει
να είσαι άνθρωπος, προκειμένου να αποφύγεις την αντιμετώπιση του προβλήματος”.
Κατά την περιγραφή του Διευθυντή Υπηρεσιών Οικογενειακής Υποστήριξης στο Τέξας,
Τζόσουα Μπόιντσταν, ένα ισχυρό φάρμακο προκαλεί ολοκληρωτικό “μούδιασμα
συναισθημάτων”, δεν αφήνει χώρο σε κανένα συναίσθημα.
Αν η αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου κρίνεται αβέβαιη,
χορηγείται και δεύτερο, προωθώντας τον χαρακτήρα της “πολυφαρμακολογίας”. Στην
πραγματικότητα, μαθαίνεις να χειρίζεσαι τις παρενέργειες από το πρώτο φάρμακο,
επιβαρύνοντας τον οργανισμό με ένα νέο. Για παράδειγμα, τα αντικαταθλιπτικά
προκαλούν αϋπνία, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η ανάγκη για ένα ακόμη, χάπι
για τον ύπνο. “Και δεν υπάρχει ίχνος έρευνας που να υποστηρίζει ότι είναι
ασφαλές και αποτελεσματικό να συνδυάζονται μαζί δύο φάρμακα”.
Οι
ψυχίατροι ως... θεράποντες ιατροί
Πολύ πριν την χορήγηση φαρμάκων, οι ψυχίατροι στήριζαν
τους ασθενείς τους, υποσχόμενοι να γιατρέψουν τους ψυχικά αρρώστους.
Υποστηρίζεται πως η αποτυχία τους από την θεωρία στην πράξη δεν μπορούσε να τους
καταστήσει γιατρούς από τον κυρίως, κλάδο της ιατρικής, με αποτέλεσμα να
εντάξουν κι εκείνοι τα φάρμακα στην επιστήμη τους, ως πανάκεια που θα τους
εξασφάλιζε τον αυθεντικό επιστημονικό τίτλο του ιατρικού επαγγέλματος.
Η μοντέρνα ψυχιατρική βασίστηκε στην χορήγηση ψυχοτρόπων
φαρμάκων από τα πρώτα κιόλας, χρόνια στα άσυλα παραφρόνων, κατά την διάρκεια
του 19ου αιώνα. Οι ψυχικές παθήσεις δεν ανήκαν πια στην ψυχολογία, ήταν
συμπτώματα μιας ασθένειας και για να τα θεραπεύσουν οι ψυχίατροι χορηγούσαν
συνταγές. Για να ελέγξουν τα ξεσπάσματα των εγκλείστων μάλιστα, οι γιατροί
χρησιμοποίησαν τα αρχικά ψυχοτρόπα όπως τη “μορφίνη” και το “όπιο”, αλλά σε
αντίθεση με τους ισχυρισμούς τους, αυτά δεν βοήθησαν, αλλά αντιθέτως, αποδείχτηκαν
άκρως εθιστικά. Αυτό οδήγησε σε μια νέα γενιά εξάρτησης με πειραματικές
θεραπείες, πολλές από τις οποίες προωθούσαν την ηρωίνη στην Αμερική και την
Ευρώπη, κατά τον 20ο αιώνα.
Ο
Sigmund Freud και η κοκαΐνη
Ο θεμελιωτής της ψυχιατρικής, Sigmund Freud, υποστήριξε
ότι η κοκαΐνη θα μπορούσε να αποδειχθεί σωτήρια για την αντιμετώπιση ψυχικών
δυσκολιών. Η μελέτη Uber Coca, (περί Κοκαΐνης), αφορούσε την περίοδο που
ασχολήθηκε με την κλινική χρήση της κοκαΐνης σε περιπτώσεις καρδιοπάθειας ή
νευρικής κατάπτωσης, ως φάρμακο ικανό να αντικαταστήσει την μορφίνη που
χορηγούνταν μέχρι τότε. Μεγάλο ρόλο στα εντυπωσιακά άρθρα, που δημοσίευε ο
ίδιος, περί ευεργετικών ιδιοτήτων της κοκαΐνης, φαίνεται πως έπαιξαν οι
γίγαντες των φαρμακοβιομηχανιών της εποχής, που αναφέρεται, ότι τον πλήρωναν
για να επιδοκιμάζει τα εκχυλίσματά τους.
Η θεωρία του έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία μίας
ολόκληρης βιομηχανίας της κοκαΐνης του δυτικού κόσμου, στις αρχές του 20ου
αιώνα. “Κρασί κοκαΐνης της Metcalf”- “Δημοφιλές Γαλλικό Τονωτικό Κρασί”,
“Σταγόνες για τον πονόδοντο με κοκαΐνη”, “Θεραπεία Πιτυρίδας με κοκαΐνη” είναι
μόνο μερικές από τις επιγραφές που συναντούσες σε μαγαζιά. Οι περισσότεροι
άνθρωποι άρχισαν να εθίζονται, και έπρεπε να αντιμετωπίσουν ανεπανόρθωτες
βλάβες του οργανισμού τους. Έπρεπε να μάθουν να ζουν με το νευρολογικό
πρόβλημα, το οποίο προκαλούνταν από τις φαρμακοβιομηχανίες που προωθούσαν το
συγκεκριμένο φάρμακο.
Αργότερα, ο Freud έγραψε: “Η ψυχική επίδραση της κοκαΐνης
αποτελείται από ευθυμία και διαρκή ευφορία, δεν προκαλεί ψυχαναγκαστική
επιθυμία για περαιτέρω χρήση του διεγερτικού”.
Η συνειδητοποίηση πως έπρεπε να βρεθεί άλλο χάπι “ευτυχίας” δεν άργησε
να έρθει. Οι αμφεταμίνες ήταν ο επόμενος σταθμός, κι εκείνες όμως, αποδείχθηκαν
πολύ τοξικές και εθιστικές.
“Με τα φάρμακα που
μου έγραψε ο γιατρός ένιωθα απαίσια. Συνεχείς πονοκέφαλοι, συνεχής ναυτία,
ήθελα να γυρίσω ανάποδα το δέρμα μου λες και υπήρχαν ζωύφια πάνω μου”.
“Με έκανε να νιώθω αργή, νωθρή. Κι αν με ρώταγε κάποιος
κάτι, έπαιρνε ένα λεπτό πριν πω “Τι;”
“Σου ρουφάει όλη την ζωή, και είναι σαν ένα σώμα. Σαν
μηχανή”,
“Δεν ήθελα να ζω. Δεν επιθυμούσα να ζω. Ένιωθα
άθλια”.
Αναμφίβολα, μία χρόνια και σοβαρή ψυχική πάθηση ίσως, να μην
μπορεί να θεραπευτεί από μόνη της. Εκείνο το οποίο πρέπει να διαχωριστεί είναι
πότε μία ψυχική δυσφορία οφείλεται σε μία προσωρινά, πεσμένη ψυχολογική διάθεση
και πότε σε έναν ιατρικά, αποδεδειγμένο όρο. “Η δύναμη του να πείθεις ανθρώπους
που είναι υγιείς ότι είναι άρρωστοι, ή τους ελαφρώς αρρώστους ότι είναι πολύ
σοβαρά” είναι ίσως, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της εποχής.
Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015
Το πείραμα Milgram και η υπακοή στην εξουσία.
Ο Stanley Milgram, ψυχολόγος στο πανεπιστήμιο του Yale, το 1961
πραγματοποίησε ένα πείραμα με σκοπό να μελετήσει την αλλαγή στη
συμπεριφορά των ανθρώπων, ως αποτέλεσμα συμμόρφωσης στην εξουσία.
Επηρεασμένος από την δίκη του ναζιστή εγκληματία πολέμου Adolf Eichman,
o οποίος ήταν ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης, που κάτω υπό άλλες
συνθήκες πιθανότατα να μην έβλαπτε ποτέ κανέναν. Ο Milgram αποφάσισε να
ελέγξει μέσα από τη διεξαγωγή του πειράματος κατά πόσον οι εντολές από
μια πηγή εξουσίας μπορούν να ενεργοποιήσουν βίαιη συμπεριφορά σε, κατά
τα άλλα, ειρηνικά και φιλήσυχα άτομα. Και να τα κάνουν να παραβούν τις
προσωπικές τους αρχές υιοθετώντας συμπεριφορές που τους ήταν τελείως
ξένες.Τα ευρήματα του πειράματος δείχνουν ότι ο άνθρωπος που έχει κάποια μικρή εξουσία και διαταχτεί «να ενεργήσει σωστά», αδυνατεί να ασκήσει κριτική στον φορέα κύρους, εξουσίας και ισχύος που υπηρετεί (κράτος, στρατός, επιστήμη, κ.α) συμβιβάζεται και υποτάσσεται ολοκληρωτικά στο απρόσωπο και γενικό σύνολο -έννοια που αποτελεί ο φορέας εξουσίας. Με αυτό τον τρόπο η απρόσωπη βούληση κάποιας εξουσίας καταλήγει στη νομιμοποίηση οποιασδήποτε πράξης, παράνομης και βάρβαρης, απάνθρωπης πάντα στο όνομα του συλλογικού και απρόσωπου φορέα.
Το πείραμα εν συντομία…
Η ομάδα του Milgram προσέλαβε, μέσω μιας αγγελίας στις εφημερίδες, τυχαίους άνδρες για να συμμετάσχουν στο πείραμα. Ψευδώς τους ενημέρωναν ότι σκοπός του πειράματος ήταν να μελετηθούν οι επιπτώσεις της τιμωρίας στη μάθηση. Στο πείραμα συμμετείχαν δύο άτομα κάθε φορά, τα οποία αναλάμβαναν, μετά από κλήρωση, το ρόλο του δασκάλου ή του μαθητή.
Η κλήρωση όμως ήταν «σκηνοθετημένη» με τέτοιο τρόπο ώστε οι πραγματικοί συμμετέχοντες επιλεγόταν κάθε φορά για το ρόλο του δασκάλου, ενώ το ρόλο του μαθητή αναλάμβανε ένας επαγγελματίας ηθοποιός. Ο ρόλος του μαθητή ήταν να απομνημονεύει μια σειρά από ζεύγη λέξεων, ενώ του δασκάλου να τον «τιμωρεί» για κάθε φορά που έκανε λάθος, υποβάλλοντάς τον σε ηλεκτροσόκ, προοδευτικά αυξημένης έντασης.
Στο ξεκίνημα του πειράματος, ο ερευνητής με λευκή μπλούζα (σημάδι εξουσίας) έδενε τον ηθοποιό-συνεργό σε ένα κάθισμα, έβαζε στα χέρια του μια κρέμα, υποτίθεται για την αποτροπή εγκαυμάτων, και στη συνέχεια του τοποθετούσε τα ηλεκτρόδια. Ο «δάσκαλος», δήθεν κατά λάθος, άκουγε το «μαθητή» να παραπονιέται ότι έχει ένα μικρό πρόβλημα με την καρδιά του. Στη συνέχεια, ο δάσκαλος μεταφερόταν στη διπλανή αίθουσα, όπου βρισκόταν η γεννήτρια των ηλεκτροσόκ. Οι οδηγίες που λάμβανε από τον ερευνητή- πρόσωπο εξουσίας ήταν συγκεκριμένες: να διοχετεύει προοδευτικά ισχυρότερα σοκ για κάθε λάθος του μαθητή, ξεκινώντας από τα 15V και φτάνοντας μέχρι τα 450V! Πάνω από κάθε ένδειξη της τάσης αναγραφόταν ένας χαρακτηρισμός: «ελαφρύ σοκ» στα 15V, φτάνοντας σε σοκ «εξαιρετικής έντασης» στα 315V, «κίνδυνος: πάρα πολύ ισχυρό σοκ» στα 375V, ενώ στα 450V υπήρχε το απαγορευτικό «ΧΧΧ».
Πριν ξεκινήσει η διαδικασία του πειράματος, ο συμμετέχων στο ρόλο του δάσκαλου δεχόταν ένα δοκιμαστικό ελαφρύ σοκ (για να διαπιστώσει κι ο ίδιος ότι η γεννήτρια πράγματι λειτουργεί σωστά). Στη συνέχεια ο δάσκαλος διάβαζε τα ζεύγη λέξεων στο μαθητή και του έδινε τη μία λέξη, ζητώντας του να βρει το ζευγάρι της. Ο μαθητής είχε να επιλέξει μεταξύ τεσσάρων πιθανών απαντήσεων, ενώ σε κάθε περίπτωση λάθους ο δάσκαλος έπρεπε να του προκαλέσει ηλεκτροσόκ, ξεκινώντας από τα 15V. Ο ηθοποιός που ενσάρκωνε το μαθητή δεν δεχόταν φυσικά κανένα ηλεκτροσόκ, οι αντιδράσεις του όμως ήταν αληθοφανείς, καθώς από ένα σημείο και μετά φώναζε, διαμαρτυρόταν για την καρδιά του, ενώ σε ακόμα πιο προχωρημένη φάση σταματούσε την όποια αντίδραση , αφήνοντας να εννοηθεί ότι λιποθύμησε ή και πέθανε…
Το πείραμα ήταν οργανωμένο και καλά σκηνοθετημένο ώστε να μην αφήνει στον εθελοντή - δάσκαλο καμία υπόνοια για τη γνησιότητά του. Αυτό ήταν κάτι που, μετά το πείραμα, αναγνώριζαν όλοι οι εθελοντές. Η πραγματική ερώτηση που έθετε το πείραμα τελικά δεν ήταν άλλη από: «μέχρι πιο σημείο θα μπορούσε να φθάσει ένας άνθρωπος στον οποίο μία ανώνυμη αρχή ή εξουσία θα του ζητούσε να βασανίσει ή ακόμη να σκοτώσει ένα συνάνθρωπό του;».
Θα αναρωτηθείτε διαβάζοντας μα οι συμμετέχοντες στο πείραμα δεν αντιδρούσαν καθόλου, απλά υπάκουαν τις εντολές;
Οι περισσότεροι συμμετέχοντες σε κάποιο σημείο της διαδικασίας εξέφραζαν τις αμφιβολίες τους ή την επιθυμία τους να διακόψουν. Ο ερευνητής, που αντιπροσώπευε μια πηγή κύρους και εξουσίας, τους έδινε τότε τις εξής οδηγίες, με την ακόλουθη σειρά:
1.Παρακαλώ συνεχίστε
2.Το πείραμα απαιτεί να συνεχίσετε
3.Είναι απολύτως σημαντικό να συνεχίσετε
4.Δεν έχετε άλλη επιλογή, πρέπει να συνεχίσετε,
( όπως βλέπετε η πίεση που ασκούσαν οι οδηγίες στο δάσκαλο- εθελοντή προοδευτικά αυξανόταν)
Αν ο εθελοντής - δάσκαλος επιθυμούσε να διακόψει μετά από τις τέσσερις διαδοχικές οδηγίες - εντολές, το πείραμα σταματούσε. Στην αντίθετη περίπτωση, ο τερματισμός της διαδικασίας γινόταν μόνο αφού ο δάσκαλος είχε διοχετεύσει τρεις φορές το μέγιστο σοκ των 450V στο μαθητή.
Είναι σημαντικό ότι ο Milgram, πριν από τη διεξαγωγή του πειράματος, είχε ζητήσει από 110 ειδικούς να προβλέψουν μέχρι πιο σημείο θα έφτανε ένας «φυσιολογικός», ένας «συνηθισμένος» άνθρωπος. Οι προβλέψεις των ειδικών ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξες. Πίστευαν ότι μόνο το 10% των συμμετεχόντων θα ξεπερνούσε τα 180V και ότι κανένας δεν θα έφτανε μέχρι το τέλος. Δυστυχώς διαψεύστηκαν. Στο πείραμα σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες ξεπέρασαν τα 180V, ενώ το 62,5% έφτασε μέχρι το τέλος, κάνοντας ισχυρά ηλεκτροσόκ 450V σε έναν άγνωστο, που μάλιστα είχε δηλώσει πως είχε πρόβλημα με την καρδιά του!
Τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν απροσδόκητα ακόμα και για τους ίδιους τους διοργανωτές της και αποτέλεσαν πηγή προβληματισμού για πολλούς επιστήμονες .
Το συγκεκριμένο πείραμα έδειξε το σημαντικό ρόλο που παίζουν οι πηγές κύρους και εξουσίας στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς και το σημείο στο οποίο μπορούν να φτάσουν απλοί άνθρωποι, απλά «υπακούοντας εντολές». Το άτομο που βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση βλέπει τον εαυτό του ως «όργανο» μιας εξωτερικής εξουσίας, στην οποία μεταθέτει τις ευθύνες του, άρα δικαιολογεί τις πράξεις του ακόμα κι αν είναι διαμετρικά αντίθετες με τις προσωπικές αρχές και αξίες του.
Ο ίδιος ο Milgram έγραψε μεταξύ άλλων στο άρθρο του «Οι κίνδυνοι της υπακοής», το 1974:
«Συνηθισμένοι άνθρωποι, κάνοντας απλά τη δουλειά τους, χωρίς να έχουν επιδείξει εχθρότητα στο παρελθόν, μπορούν να γίνουν όργανα μιας φρικτής καταστροφικής διαδικασίας. Επιπλέον, ακόμα και όταν τα αποτελέσματα του έργου τους γίνονται οφθαλμοφανή, και τους ζητείται να συνεχίσουν ενέργειες ασύμβατες με τα πλέον θεμελιώδη επίπεδα ηθικής, σχετικά λίγοι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να αντισταθούν στην εξουσία.»
Οι περισσότεροι ναζί στη δίκη της Νυρεμβέργης αλλά και άλλοι κατηγορούμενοι για εγκλήματα πολέμου ή ακόμα άνθρωποι κατηγορούμενοι για «συνηθισμένα καθημερινά εγκλήματα» ισχυρίζονταν ότι «εγώ απλώς ακολουθούσα εντολές».
Αναρωτηθείτε αν εσείς ήσασταν στη θέση του δασκάλου - εθελοντή μέχρι ποιο σημείο θα φτάνατε; τι αποφάσεις θα παίρνατε κάτω από την πίεση κάποιας εξουσίας; Αναρωτηθείτε…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





