music
Home | my choice | dark wave | punk | αστα να πανε |
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 12 Απριλίου 2020
Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019
"Η γυναικεία σκλαβιά"
"Η
γυναικεία σκλαβιά" της Voltairine De Clayre
Κοιτάξτε πώς
μεγαλώνουν τα παιδιά σας. Μαθημένα από τα πρώτα τους χρόνια να χαλιναγωγούν τη
φυσική τους αγάπη, περιορισμένα σε κάθε στιγμή! Τα καταραμένα σας ψέματα
κηλιδώνουν ακόμη και το φιλί ενός παιδιού. Τα μικρά κορίτσια δεν πρέπει να
είναι αγοροκόριτσα, ξυπόλυτα, να σκαρφαλώνουν στα δέντρα, να κολυμπούν, δεν
πρέπει να κάνουν τίποτα απ’ αυτά που επιθυμούν, επειδή ο καθωσπρεπισμός τα
θεωρεί «ανάρμοστα». Τα μικρά αγόρια χλευάζονται ως θηλυπρεπή, αν θελήσουν να
παίξουν με υφάσματα ή με κούκλες. Και όταν μεγαλώσουν: «Α! Οι άντρες δε
νοιάζονται για το σπίτι και τα παιδιά, όσο οι γυναίκες!» Πώς να νοιαστούν, αφού
η επισταμένη προσπάθεια σ’ όλη σας τη ζωή συνέτριψε αυτό το κομμάτι της φύσης
τους.
«Οι γυναίκες
δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα όπως οι άντρες». Εκπαιδεύστε οποιοδήποτε ζώο ή
φυτό, όπως εκπαιδεύετε τα κορίτσια σας, και θα δείτε τα ίδια αποτελέσματα.
Μπορείτε τώρα να μου πείτε για ποιο λόγο να υπάρχουν περιορισμοί φύλου στα
αθλητικά σπορ; Για ποιο λόγο να μη χρησιμοποιεί όπως θέλει τα μέλη του σώματός του,
οποιοδήποτε παιδί;… Τώρα η θεραπεία. Αυτή βρίσκεται σε μία λέξη, τη μόνη λέξη
που έφερε ποτέ δικαιοσύνη – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ! Μόνο αιώνες ελευθερίας θα πετύχουν την
αποικοδόμηση και εξασθένηση αυτών των μολυσματικών ιδεών. Η ελευθερία ήταν αυτή
που σταμάτησε τα ποτάμια αίματος των θρησκευτικών καταδιώξεων! Δε θεραπεύεται η
σκλαβιά με κανένα άλλο υποκατάστατο. Μην λέτε «έτσι πρέπει να ερωτεύεται το
ανθρώπινο είδος». Αφήστε το είδος ελεύθερο."
Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015
Ραφαηλίδης: Περί αναρχίας
«Στη φύση δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία», «Η διαφορά μεταξύ αναρχίας και
αναρχοαυτονομίας» και άλλα, σ’ ένα διαχρονικό κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη.
Η αναρχία
είναι μια κατάσταση φυσική. Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος δε μπορεί παρά να νιώθει
άσχημα όταν κάποιος ή κάποιοι προσπαθούν να περιορίσουν τη φυσική για κάθε
άνθρωπο τάση να φέρεται φυσικά. Η
εξουσία είναι κάτι το παρά φύση. Στη φύση δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία.
Ηγέτης είναι αυτός που ηγείται, που προηγείται και δείχνει το δρόμο στους
άλλους για να μη χαθούν. Το κριάρι δεν ασκεί εξουσία στο κοπάδι, απλώς
ηγείται του κοπαδιού.
Μια μικρή ή
μεγάλη ομάδα ανθρώπων εύκολα δέχεται ως φυσικό ηγέτη αυτόν που αναδεικνύεται
φυσικά, μέσα από φυσικές, μη καταναγκαστικές, αυτόματες διαδικασίες. Οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν δεν το δείχνουν,
πάντα δυσφορούν όταν ο ηγέτης έρχεται έτοιμος απέξω ή πέφτει με αλεξίπτωτο από
πάνω.
Αναρχία, λοιπόν, είναι η άρνηση κάθε
μορφής εξουσίας που δεν είναι φυσική και κοινά αποδεκτή από όλους και όχι μόνον
από την πλειοψηφία. Η
αναρχία πάει σταθερά κόντρα σε κάθε είδους αρχή, σε κάθε μορφή εξουσίας,
θρησκευτική, πολιτική, κομματική.
Η αναρχία και η ελευθερία είναι
σχεδόν συνώνυμα. Οι
προσπάθειες των φιλοσόφων να τοποθετήσουν τα όρια της ατομικής ελευθερίας ενός
ανθρώπου δίπλα στα όρια της ατομικής ελευθερίας του κάθε ανθρώπου, δεν είναι
παρά μια θεωρητική επιβεβαίωση του κύριου αιτήματος του αναρχισμού για σεβασμό
της ατομικότητας και της προσωπικότητας του καθένα.
Αρκεί,
βέβαια, τούτη η προσωπικότητα να μην είναι χονδροειδώς ετεροκαθορισμένη, και με
τον ψυχολογικό μηχανισμό της «ψευδούς συνειδήσεως» να γίνεται αντιληπτή από το
άτομο σαν αβίαστα αυτοκαθορισμένη. Δεν είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει πως
είναι άνθρωπος με προσωπικότητα, όταν είναι καταφάνερο πως το συνειδησιακό
περιεχόμενο της προσωπικότητάς του δε δημιουργήθηκε κάτω από μια πολύ μεγάλη
δέσμη ανεμπόδιστων επιδράσεων, αλλά μπήκε στη συνείδηση με «μετάγγιση» από μια
κοινή δεξαμενή, ας πούμε από τον Θεό, από την κομματική ιδεολογία, από τη
συλλογική «εθνική ψυχή», από τον Αρχηγό.
Το αναρχικό κίνημα, με τις πολλές και ποικίλες παραλλαγές του, αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση
στην κοινωνία καθεστώτος πραγματικής ισότητας, πραγματικής αδελφοσύνης,
πραγματικής δικαιοσύνης, έξω και πέρα από κάθε καταναγκασμό που βάζει όρια και
στην ισότητα, και στην αδελφοσύνη, και στη δικαιοσύνη. Ο αναρχισμός, η απόρριψη της Αρχής, της εξουσίας σε όλες της τις
μορφές, είναι ένα ιδανικό για την αβίαστα και ελεύθερα αυτορυθμιζόμενη προσωπικότητα.
Μια
συγκεκριμένη «κοινωνία ζώων» δεν αλληλοσπαράσσεται. Τα μέλη της ανακαλύπτουν
την αξία της φυσικής κοινωνικότητας μόνα τους, με βάση το ένστικτο της
αυτοσυντήρησης. Το φυσικό δίκαιο δεν είναι το δίκαιο της ζούγκλας. Γίνεται,
όμως, δίκαιο της ζούγκλας όσον αφορά στις «εξωτερικές σχέσεις». Μια ομάδα ζώων
του ίδιου είδους μπορεί να βρίσκεται σε σταθερά εχθρικές σχέσεις με μια άλλη
ομάδα ζώων διαφορετικού είδους.
Αν αντιμετωπίζουμε τις ανθρώπινες
φυλές σαν διαφορετικά ζωικά είδη που αλληλοσπαράσσονται μέχρι εξοντώσεως, τότε
δεν είμαστε μόνο ρατσιστές, είμαστε ζώα, αφού ξέρουμε πως όλοι οι άνθρωποι,
ασχέτως φυλής, ανήκουν στο ίδιο βιολογικό είδος.
Κανένας
άνθρωπος δε διαφέρει από τον άλλο όσον αφορά στις βιολογικές λειτουργίες. Κάθε
διαφορά στην εξωτερική εμφάνιση έχει σχέση μάλλον με το περιβάλλον παρά με τη
βιολογία. Όταν ζεις στη διακεκαυμένη ζώνη είναι σαν να κάνεις μια διαρκή,
καταναγκαστική ηλιοθεραπεία. Το δέρμα σου μαυρίζει και το επίκτητο
χαρακτηριστικό γίνεται κληρονομικό με την εγγραφή του στο DNA. Κάθε λευκός θα
μαυρίσει ύστερα από χίλιες γενιές απογόνων, αν εγκατασταθεί σήμερα στη Νιγηρία,
για παράδειγμα. Κάθε διαφορά, λοιπόν,
ανάμεσα σε φυλές είναι διαφορά ανάμεσα σε συμφέροντα και όχι σε αίματα.
Ο εθνικισμός
είναι πολιτιστικό δεδομένο. Στηρίζεται
στη διαφορετικότητα των πολιτισμών ή μάλλον στην ιεράρχηση των πολιτισμών, αν
δεχτούμε πως θα ήταν δυνατό να υπάρξει μια τέτοια ιεράρχηση, πράγμα που ο
μεγάλος εθνολόγος και δημιουργός του δομισμού (στρουχτουραλισμού) Λεβί-Στρός το
απορρίπτει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο.
Δεν υπάρχει
ανώτερος και κατώτερος πολιτισμός, λέει ο Λεβί-Στρος. Κάθε πολιτισμός υπάρχει
«καθ’ εαυτόν και διά τον εαυτό του», όπως θα έλεγαν οι υπαρξιστές. Μόνο η
τερατώδης αλαζονεία του αποικιοκράτη ευρωπαίου θα κάνει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό
μέτρο σύγκρισης για όλους τους άλλους.
Γιατί οι ινδιάνοι της Αμερικής να μη βλέπουν σαν κατώτερο του δικού τους τον εξοντωτικό
ευρωπαϊκό πολιτισμό που τους καθυπόταξε; Και
τι θα μπορούσε να σημαίνει η νοσταλγία του «πολιτισμένου» για το «χαμένο
παράδεισο», αν όχι μια αναγνώριση της αξίας πολιτισμών που δε μοιάζουν με το
δικό του; Ο αναρχισμός πριν απ’ όλα είναι μια αποδοχή της ετερότητας, ένας
σεβασμός του διαφορετικού, μια συνεργασία με το «όλως άλλο», όπως θα έλεγε ο
Κροπότκιν.
Ο
αναρχισμός, δίνοντας έμφαση στην αυτοκαθοριζόμενη προσωπικότητα, είναι φυσικό
να απεχθάνεται κάθε αγελαία συμπεριφορά ακόμα και την εθνικιστική, πολύ
περισσότερο τη ρατσιστική. Ωστόσο, κάθε τόσο εμφανίζονται αγέλες «αναρχικών».
Βέβαια, δεν
πρόκειται για κλασικού τύπου αναρχικούς, αλλά για «αναρχοαυτόνομους», που είναι
το ακριβώς αντίθετο των αναρχικών. Οι
αναρχικοί είναι εξόχως κοινωνικοποιημένα άτομα. Κύριος στόχος τους είναι η
δημιουργία μιας όσο το δυνατόν πιο φυσικής κοινωνίας, χωρίς καταναγκασμούς και
καταπίεση. Οι αναρχοαυτόνομοι, αντίθετα, είναι τέρατα εγωισμού, επιδεικτικά
εχθρικοί όχι μόνο προς τον αντιφρονούντα, αλλά και προς τον ομοϊδεάτη τους.
Είναι αυτοί ακριβώς που γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το αναρχικό κίνημα, με
την ίδια περίπου έννοια που οι γραφειοκράτες κομμουνιστές γελοιοποιούν σταθερά
και μόνιμα το κομμουνιστικό κίνημα.
Σάββατο 13 Ιουνίου 2015
Η κουλτούρα της αγένειας
«ΟΤΑΝ
ΣΥΝΑΝΤΙΟΥΝΤΑΙ ΤΥΧΑΙΑ ΔΥΟ ΑΓΝΩΣΤΟΙ στον δρόμο, έλεγε ο Έρβιν Γκόφμαν (Αμερικανός
κοινωνιολόγος των ηθών της καθημερινής ζωής), αυτό που ακούγεται συχνότερα να
βγαίνει από το στόμα τους είναι "καλημέρα" και "συγγνώμη".
Και
συμπλήρωνε: Αυτά τα "καλημέρα" και τα "συγγνώμη" πρέπει να
τα λάβουμε σοβαρά υπόψη και να τα μελετήσουμε, αν θέλουμε να κατανοήσουμε πώς
λειτουργεί μια κοινωνία. ΑΝ Ο ΓΚΟΦΜΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ σε ένα
ελληνικό αστικό κέντρο τού σήμερα, ας πούμε στην πρωτεύουσα, θα παρατηρούσε ότι
όταν συναντιούνται δύο άγνωστοι μπορούν να ακουστούν πολλά διαφορετικά
πράγματα, εκ των οποίων σπανιότερα "καλημέρα" και
"συγγνώμη". Ο εισαγωγικός χαιρετισμός συχνά απουσιάζει ή στην
καλύτερη περίπτωση αντικαθίσταται από ένα, μάλλον επιθετικό, "να σας
πω!". Η έκφραση δε του αιτήματος που πυροδοτεί την επικοινωνία είναι συχνά
αδιαμεσολάβητη: "Θέλω αυτό" ή "Έχετε το τάδε;" ή "Το
τσιγάρο σας έρχεται κατευθείαν πάνω μου!". Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΛΕΚΤΙΚΗΣ
ΕΥΓΕΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ συχνά και από εκφράσεις αγένειας πέραν της φυσικής
γλώσσας: η παντελής αδυναμία συγκρότησης ουράς σε ένα ταμείο και οι
συνακόλουθοι αναστεναγμοί δυσαρέσκειας που βγαίνουν από το παρατοποθετημένο
μπουλούκι των ανθρώπων, το σολιψιστικό μπλοκάρισμα του διαδρόμου ή της πόρτας
στο βαγόνι του μετρό, η ευκολία με την οποία κάποιος "δεν σε βλέπει"
και σε προσπερνά κλέβοντας τη σειρά σου, χωρίς να αντιλαμβάνεται καν το
"δυνατό άγγιγμα" που προκύπτει από το σκούντημα ή ποδοπάτημα, δεν
είναι παρά μερικές από αυτές. Η ΑΓΕΝΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ.
Σε όλες τις πόλεις, όπου η επικοινωνία δεν γίνεται με όρους γνωριμίας όπως συμβαίνει στις πιο μικρές κοινότητες, οι άνθρωποι συχνά απογοητεύονται από τη συμπεριφορά τρίτων απέναντί τους. Το ενδιαφέρον όμως της ελληνικής αγένειας στις τυχαίες δημόσιες συναντήσεις μεταξύ αγνώστων είναι ότι αυτή δεν γίνεται ποτέ αντιληπτή ως μεμονωμένη παρέκκλιση από έναν κανόνα αστικής ευγένειας παρά θεωρείται κανονικότητα. Αντίθετα, μέσα σε ένα καθεστώς απόλυτης αστικής διαστροφής, οι τύποι ευγένειας είναι εκείνοι που θεωρούνται παρέκκλιση και γίνονται συχνά αντικείμενο γελοιοποίησης, σχολιασμού και (καλοπροαίρετης;) πλάκας. Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΗΣ ΑΓΕΝΕΙΑΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΑΣΦΑΛΩΣ και τους όρους δημοσιότητας των δημοσίων προσώπων. Φωνές, τσιρίδες, υποτιμητικός πληθυντικός και μάγκικος ενικός κυριαρχούν στη ζωντανή και τηλεοπτική πολιτική αντιπαράθεση. "Ακούς τι σου λέω, ρε; Ακούς τι σου λέω;", "Αυτό που σου λέω, εγώ!" ακούγονται να βγαίνουν από το στόμα μελιτζανοκόκκινων προσώπων έτοιμων να εκραγούν. Περιγραφικά επίθετα εν είδει κατηγορητηρίου (Καραγκιόζης, μαφιόζοι, λαμόγια, ρουφιάνοι) και ηθικολογίζοντες αφορισμοί ("σα δεν ντρέπεστε!", "καλά, εντάξει, μπαρμπούτσαλα") και πού και πού κανένα αναστοχαστικό συγγνώμη ("Μα είστε εντελώς ηλίθιος, συγγνώμη κιόλας") δίνουν και παίρνουν προτού τα διακόψει ρυθμικά η τέλεια μονοτονία της επανάληψης: "Με αφήνετε να μιλήσω; Με αφήνετε να μιλήσω; Μα γιατί δε με αφήνετε να μιλήσω;". Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΗΣ ΑΓΕΝΕΙΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΑΥΤΗ ΚΑΚΗ, όπως αντίστοιχα μια άλλη εθνική κουλτούρα ευγένειας δεν είναι καθαυτή καλή. Πράγματι η χρήση κάποιων λέξεων όπως "καλημέρα", "συγγνώμη", "ορίστε", "παρακαλώ", "ευχαριστώ", καθώς και η χρήση του πληθυντικού αριθμού δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους την καλή συμβίωση των κατοίκων των πόλεων, ούτε επαρκούν για να εξαλείψουν τη βία -βίαιες συμπεριφορές εκδηλώνονται κάλλιστα και σε συνθήκες απόλυτης ευγένειας. Επιτελούν όμως, όπου χρησιμοποιούνται, μια σειρά από πολύπλοκες κοινωνικές λειτουργίες τις οποίες δεν πρέπει να παραβλέψουμε: οργανώνουν τις τυχαίες αλλά αναπόφευκτες συναντήσεις μεταξύ αγνώστων, φτιάχνουν μικρές καθημερινές τελετουργίες, αισθητικοποιούν την επικοινωνία κρύβοντας την πραγματική αδιαφορία που μπορεί να νιώθει ο ένας για τον άλλον, επιτρέπουν την έκφραση μέχρι και των πιο παράδοξων αιτημάτων διαλύοντας και ξαναφτιάχνοντας στιγμιαίες σχέσεις εξάρτησης. Κυρίως, όμως, υφαίνουν το πλαίσιο μιας κουλτούρας που υπολογίζει τον Άλλον, επιτρέπει την κριτική, αλλά επιζητεί τη συναίνεση. ΟΧΙ, Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΗΣ ΑΓΕΝΕΙΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΑΥΤΗ ΚΑΚΗ. Ευνοεί όμως τις εκρήξεις, τις φορμαλιστικές αντιπαραθέσεις και τις ανταγωνιστικές επιδείξεις υπέρμετρων εγώ. Αντίθετα, η αναγνώριση του Άλλου και η προσοχή στις ανάγκες του, που αυτόματα προκύπτουν από τη μηχανική χρήση ξερών τύπων ευγένειας, καθρεφτίζουν μία προδιάθεση συναίνεσης, απαραίτητη για την αστική συμβίωση. Ευγένειες και αγένειες, ήρθε η ώρα όλες αυτές τις λέξεις, τις στάσεις, τις συμπεριφορές, να τις πάρουμε στα σοβαρά».
Σε όλες τις πόλεις, όπου η επικοινωνία δεν γίνεται με όρους γνωριμίας όπως συμβαίνει στις πιο μικρές κοινότητες, οι άνθρωποι συχνά απογοητεύονται από τη συμπεριφορά τρίτων απέναντί τους. Το ενδιαφέρον όμως της ελληνικής αγένειας στις τυχαίες δημόσιες συναντήσεις μεταξύ αγνώστων είναι ότι αυτή δεν γίνεται ποτέ αντιληπτή ως μεμονωμένη παρέκκλιση από έναν κανόνα αστικής ευγένειας παρά θεωρείται κανονικότητα. Αντίθετα, μέσα σε ένα καθεστώς απόλυτης αστικής διαστροφής, οι τύποι ευγένειας είναι εκείνοι που θεωρούνται παρέκκλιση και γίνονται συχνά αντικείμενο γελοιοποίησης, σχολιασμού και (καλοπροαίρετης;) πλάκας. Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΗΣ ΑΓΕΝΕΙΑΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΑΣΦΑΛΩΣ και τους όρους δημοσιότητας των δημοσίων προσώπων. Φωνές, τσιρίδες, υποτιμητικός πληθυντικός και μάγκικος ενικός κυριαρχούν στη ζωντανή και τηλεοπτική πολιτική αντιπαράθεση. "Ακούς τι σου λέω, ρε; Ακούς τι σου λέω;", "Αυτό που σου λέω, εγώ!" ακούγονται να βγαίνουν από το στόμα μελιτζανοκόκκινων προσώπων έτοιμων να εκραγούν. Περιγραφικά επίθετα εν είδει κατηγορητηρίου (Καραγκιόζης, μαφιόζοι, λαμόγια, ρουφιάνοι) και ηθικολογίζοντες αφορισμοί ("σα δεν ντρέπεστε!", "καλά, εντάξει, μπαρμπούτσαλα") και πού και πού κανένα αναστοχαστικό συγγνώμη ("Μα είστε εντελώς ηλίθιος, συγγνώμη κιόλας") δίνουν και παίρνουν προτού τα διακόψει ρυθμικά η τέλεια μονοτονία της επανάληψης: "Με αφήνετε να μιλήσω; Με αφήνετε να μιλήσω; Μα γιατί δε με αφήνετε να μιλήσω;". Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΗΣ ΑΓΕΝΕΙΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΑΥΤΗ ΚΑΚΗ, όπως αντίστοιχα μια άλλη εθνική κουλτούρα ευγένειας δεν είναι καθαυτή καλή. Πράγματι η χρήση κάποιων λέξεων όπως "καλημέρα", "συγγνώμη", "ορίστε", "παρακαλώ", "ευχαριστώ", καθώς και η χρήση του πληθυντικού αριθμού δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους την καλή συμβίωση των κατοίκων των πόλεων, ούτε επαρκούν για να εξαλείψουν τη βία -βίαιες συμπεριφορές εκδηλώνονται κάλλιστα και σε συνθήκες απόλυτης ευγένειας. Επιτελούν όμως, όπου χρησιμοποιούνται, μια σειρά από πολύπλοκες κοινωνικές λειτουργίες τις οποίες δεν πρέπει να παραβλέψουμε: οργανώνουν τις τυχαίες αλλά αναπόφευκτες συναντήσεις μεταξύ αγνώστων, φτιάχνουν μικρές καθημερινές τελετουργίες, αισθητικοποιούν την επικοινωνία κρύβοντας την πραγματική αδιαφορία που μπορεί να νιώθει ο ένας για τον άλλον, επιτρέπουν την έκφραση μέχρι και των πιο παράδοξων αιτημάτων διαλύοντας και ξαναφτιάχνοντας στιγμιαίες σχέσεις εξάρτησης. Κυρίως, όμως, υφαίνουν το πλαίσιο μιας κουλτούρας που υπολογίζει τον Άλλον, επιτρέπει την κριτική, αλλά επιζητεί τη συναίνεση. ΟΧΙ, Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΗΣ ΑΓΕΝΕΙΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΑΥΤΗ ΚΑΚΗ. Ευνοεί όμως τις εκρήξεις, τις φορμαλιστικές αντιπαραθέσεις και τις ανταγωνιστικές επιδείξεις υπέρμετρων εγώ. Αντίθετα, η αναγνώριση του Άλλου και η προσοχή στις ανάγκες του, που αυτόματα προκύπτουν από τη μηχανική χρήση ξερών τύπων ευγένειας, καθρεφτίζουν μία προδιάθεση συναίνεσης, απαραίτητη για την αστική συμβίωση. Ευγένειες και αγένειες, ήρθε η ώρα όλες αυτές τις λέξεις, τις στάσεις, τις συμπεριφορές, να τις πάρουμε στα σοβαρά».
Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015
Δε θέλεις να γίνεις αετός, ανθρωπάκο. Γι’αυτό παραμένεις κότα…
Του Βίλχεμ
Ράιχ.
Ξέρεις,
Ανθρωπάκο, πως θα ένιωθε ένας αητός άμα έκλωθε αυγά μιας κότας;
Αρχικά ο
αητός νομίζει ότι θα κλωσήσει μικρά αετόπουλα που θα μεγαλώσουν. Μα εκείνο που
βγαίνει από τα αυγά δεν είναι παρά μικρά κοτόπουλα.
Απελπισμένος
ο αητός εξακολουθεί να ελπίζει πως τα κοτόπουλα θα γίνουν αητοί.
Μα που
τέτοιο πρίμα! Τελικά δε βγαίνουν παρά κότες που κακαρίζουν.
Όταν ο αητός
διαπιστώνει κάτι τέτοιο βρίσκεται στο δίλημμα αν πρέπει να καταβροχθίσει όλα τα
κοτόπουλα και τις κότες που κακαρίζουν. Μα συγκρατείται. Κι ό,τι τον κάνει να
συγκρατηθεί είναι μια μικρή ελπίδα· πως ανάμεσα στα τόσα κοτόπουλα, μπορεί
κάποτε να βρεθεί ένα αετόπουλο, ικανό σαν εκείνον τον ίδιο, ένα αετόπουλο που
από την ψηλή φωλιά του θ” ατενίζει μακριά κόσμους καινούριους, σκέψεις
καινούριες, καινούρια σχήματα ζωής.
Μόνο αυτή η
ανεπαίσθητη ελπίδα κρατάει το λυπημένο, τον αποξενωμένο αητό από την απόφασή
του να φάει όλα τα κοτόπουλα και όλες τις κότες που κακαρίζουν, και που δεν
βλέπουν ότι τα κλώσει ένας αητός, δεν καταλαβαίνουν ότι ζούνε σ’ ένα ψηλό,
απόμακρο βράχο, μακριά από τις υγρές και σκοτεινές κοιλάδες.
Δεν
ατενίζουν την απόσταση, όπως κάνει ο απομονωμένος αητός.
Μόνο
καταβροχθίζουν και καταβροχθίζουν, όλο καταβροχθίζουν ό,τι φέρνει ο αητός στη
φωλιά. Οι κότες και τα κοτόπουλα άφησαν τον αητό να τα ζεστάνει κάτω από τα
μεγάλα και δυνατά του φτερά όταν απ” όξω κροτάλιζε η βροχή και αναβροντούσαν οι
καταιγίδες που “κείνος άντεχε δίχως καμιά προστασία.
Όταν τα
πράμματα γίνονταν σκληρότερα, του πέταγαν μικρές μυτερές πέτρες από κάποια
ενέδρα για να τον χτυπήσουν και να τον πληγώσουν. Όταν ο αητός αντιλήφθηκε την
κακοήθεια ετούτη, πρώτη του αντίδραση ήταν να τα ξεσχίσει σε χίλια κομμάτια. Μα
το ξανασκέφτηκε κι” άρχισε να τα λυπάται. Κάποτε, έλπισε, θα βρισκόταν – έπρεπε
να βρεθεί – ανάμεσα στα τόσα κοντόφθαλμα κοτόπουλα που κακάριζαν και
καταβρόχθιζαν ό,τι έλαχε μπροστά τους, ένας μικρός αητός σαν τον ίδιο του τον
εαυτό.
Ο μοναχός
αητός μέχρι σήμερα δεν έχει εγκαταλείψει την ελπίδα. Κι εξακολουθεί να κλώσει
κοτόπουλα. Δεν θέλεις να γίνεις αητός, Ανθρωπάκο. Γιαυτό σε τρώνε τα όρνεα.
Φοβάσαι τους αητούς κι” έτσι ζεις κοπαδιαστά και κοπαδιαστά εξολοθρεύεσαι.
Γιατί μερικά από τα κοτόπουλα σου έχουν κλωσήσει αυγά όρνεων. Και τα όρνεά σου
έχουνε γίνει οι Φύρερ σου ενάντια στους αητούς, τους αητούς που θελήσανε να σε
οδηγήσουν σε μακρινότερες, πιο υποσχετικές αποστάσεις.
Τα όρνεα σε
δίδαξαν να τρως ψοφίμια και νεάσει ικανοποιημένος με ελάχιστα σπυριά σιτάρι. Σ”
έμαθαν και να ωρύεσαι «Ζήτω, ζήτω, Μέγα Όρνεο!». Τώρα λιμοκτονείς και πεθαίνεις
κι ακόμη φοβάσαι τους αητούς που κλωσάμε τα κοτόπουλά σου.
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015
Krishnamurti: Η αλλαγή πρέπει να ξεκινήσει από μέσα μας
«Ερώτηση:
Η αγριότητα και η βιαιότητα στον κόσμο δεν μπορούν να σταματήσουν από
τη δική μου ατομική προσπάθεια. Οπότε, δεν θα χρειαστεί άπειρος χρόνος
για ν’ αλλάξει ο καθένας από μας;
Κρισναμούρτι:
Ο άλλος είστε εσείς. Η ερώτηση αυτή βγαίνει από την επιθυμία να
αποφύγετε τη δική σας άμεση αλλαγή, έτσι δεν είναι;Στη πραγματικότητα
λέτε: «Ποιο το όφελος μιας δικής μου αλλαγής αν όλοι οι άλλοι δεν
αλλάξουν;»Πρέπει κανείς να ξεκινήσει από κοντά για να μπορέσει να πάει
μακριά. Αλλά εσείς δεν θέλετε να αλλάξετε, θέλετε να συνεχίζονται τα
πράγματα όπως είναι, ειδικά αν έχετε φτάσει σε κάποια κοινωνική κορυφή,
και έτσι καταλήγετε να διαπιστώνετε ότι χρειάζεται άπειρος χρόνος για τη
μεταμόρφωση του κόσμου μέσα από τη μεταμόρφωση του καθενός χωριστά.
Ο κόσμος είστε εσείς, εσείς είστε το
πρόβλημα, το πρόβλημα δεν είναι διαφορετικό από σας, ο κόσμος είναι ο
δικός σας αντικατοπτρισμός.
Ο κόσμος δεν μπορεί να αλλάξει αν δεν αλλάξετε εσείς.»
Ο κόσμος δεν μπορεί να αλλάξει αν δεν αλλάξετε εσείς.»
«Όταν γίνεται μια ριζική αλλαγή σε ένα
ανθρώπινο ον, σε σένα, τότε φέρεις αβίαστα και μια ριζική αλλαγή στη
δομή της κοινωνίας. Και αυτή η αλλαγή δεν θα πρέπει να ξεκινήσει απέξω,
αλλά από μέσα μας.»
«Επειδή η κρίση είναι χωρίς προηγούμενο,
πρέπει να υπάρξει και μια δράση χωρίς προηγούμενο, πράγμα που σημαίνει
ότι η αναγέννηση κάθε ανθρώπου πρέπει να γίνει στη στιγμή, να μην είναι
αποτέλεσμα κάποιου χρονικού διαστήματος.
Πρέπει να συμβεί τώρα, όχι αύριο- γιατί το αύριο είναι μια διαδικασία αποσύνθεσης.
Αν σκέφτομαι να αλλάξω τον εαυτό μου αύριο, προκαλώ τη σύγχυση, εξακολουθώ να βρίσκομαι στο πεδίο της καταστροφής.
Είναι δυνατό να μεταμορφωθεί κανείς εντελώς στη στιγμή τώρα;
Προσωπικά λέω ότι είναι.»
Πρέπει να συμβεί τώρα, όχι αύριο- γιατί το αύριο είναι μια διαδικασία αποσύνθεσης.
Αν σκέφτομαι να αλλάξω τον εαυτό μου αύριο, προκαλώ τη σύγχυση, εξακολουθώ να βρίσκομαι στο πεδίο της καταστροφής.
Είναι δυνατό να μεταμορφωθεί κανείς εντελώς στη στιγμή τώρα;
Προσωπικά λέω ότι είναι.»
Τα παραπάνω αποσπάσματα βρίσκονται στο βιβλίο: ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ ΣΕ ΚΡΙΣΗ»
Read more: http://enallaktikidrasi.com/2015/01/krishnamurti-i-allagi-prepei-na-ksekinisei-apo-mesa-mas/#ixzz3PUxzp2go
Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015
Η Απληστία
Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι και η απληστία. Η λέξη παράγεται από το στερητικό «α» και το «πληστός» που σημαίνει πλήρης - γεμάτος. Άπληστος, επομένως, είναι ο πλεονέκτης, ο ακόρεστος, ο ανεκπλήρωτος από την επιθυμία.
Διάλεξα να πω «από την επιθυμία» αντί
«από τα μέσα της ζωής του», διότι πιστεύω ότι η αυτή αποτελεί την
κινούσα δύναμη για την επίτευξη των αναγκών που δημιουργούν τα μέσα.
«Επιθυμώ», σημαίνει «προάγω εκ του στήθους μου μια εσώτερη θερμή
ανάγκη», μετά έρχεται η «βούληση» που παραπέμπει στο «θέλω και μπορώ».
Επομένως, η επιθυμία έρχεται πρώτη και όχι η βούληση όπως υποστηρίζουν
πολλοί φιλόσοφοι, καθόσον αυτή επιφέρει τις ανάγκες. Η επιθυμία και η
βούληση είναι δυο αρχέτυπα, «τάση» και «θέση» της ζωής, τα οποία οι
πρόγονοί μας τα συμβόλιζαν με τις Δαναΐδες και το Σίσυφο. Οι πρώτες με
το άπατο πιθάρι τους, ο δεύτερος με την αέναη μετακυλούσα πέτρα. Άρα, η
απληστία μπορεί να ιδωθεί και ως «η διαρκής προσπάθεια της πραγμάτωσης
του Σίσυφου του επιθυμητού των Δαναΐδων». Σίσυφος και Δαναΐδες, (είναι)
ένα γονιδιακό ζεύγος δίζυγο, μια σχέση δυσδιάκριτη, ένα μαρτύριο της
τιμωρίας των θεών προς το γένος των ανθρώπων.
Κατά τη μυθολογία, η έναρξη της
απληστίας εμφανίζεται με τα παιδιά του βγαλμένου από τη θάλασσα Πρωτέα. Ο
Πρωτέας, που θεωρείτο μονογενής και περιγράφεται με φύκια και ανάμεσα
σε φώκιες, ανάλογα με τις επιθυμίες του γινόταν τα πάντα. Απέκτησε με
κάποιες ασαφείς νύμφες και θεές, διάφορα παιδιά. Δυο του γιοί, ο
Πολύγονος και ο Τηλέγονος ήταν άπληστοι, καταλήγοντας τελικά ληστές,
τους οποίους σκότωσε ο Ηρακλής. Και ο Πρωτέας το αποδέχτηκε αυτό,
φθάνοντας στο σημείο να αποκαθάρει εκ του φόνου το φονιά τους. Ο μύθος
αυτός δείχνει μέσα από μια βιολογική θα τη χαρακτηρίζαμε σκοπιά, την
έναρξη και την αντιμετώπιση του πρώτου φαινόμενου της απληστίας. Αλλά
και ο μύθος της Εύας με την αποδοχή του απαγορευμένου καρπού, στο ίδιο
παραπέμπει από άλλο δρόμο.
«Τρεις δυνάμεις κινούν τον κόσμο», είπε
κάποτε ο Αϊνστάιν. «Η ανοησία, ο φόβος και η απληστία». Θα εξετάσουμε
την απληστία, αρχικά, μέσα από την ιστορία.
Ο Μωυσής, τον οποίο ο Θεός τιμώρησε να
μη δει την εκπλήρωση της αποστολής του, φαίνεται ότι ένας λόγος ήταν η
απληστία του, καθόσον ευθυνόταν για την υφαρπαγή εκ μέρους του λαού του
αυτών που νέμονταν οι Φιλισταίοι. Ο Μίδας, έμεινε για την απληστία του
στο χρυσό παρομοιώδης. Αλλά και ο Κροίσος, που δεν άκουσε το Σόλωνα στην
αρετή του μέσου δρόμου αλλά τους ιερείς του Απόλλωνα για να επιτεθεί
στον Κύρο και ν’ αυγατίσει κι άλλο την περιουσία του, τιμωρήθηκε
δεόντως. Άπληστοι καθώς είχαν γίνει από τα δώρα του και αυτοί, δίνοντάς
του έναν εκ πρώτης όψεως θετικό χρησμό, επέδρασαν ως Νέμεση, παίρνοντάς
τον στο λαιμό τους.
«Η γη παράγει
αρκετά για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του ανθρώπου, όχι όμως την
απληστία του», είπε κάποτε, πολύ σωστά, ο Γκάντι. Τι είναι λοιπόν αυτό,
το συγγενές ή επίκτητο ιδίωμα, ιδιαίτερα εμφανές στο ανθρώπινο είδος, το
οποίο αναδύεται όλο πιο έντονο με την έναρξη του πολιτισμού του;
Ζιγκουράτ, πυραμίδες, αυτοκρατορίες, όλα παραπέμπουν σε κάποια μορφή
απληστίας των πρωτεργατών τους.
Η φύση έχει μια αρχή, τη μοιρασιά - νομή
του οίκου της που λέγεται οικονομία. Η οικονομία μοιράζει «νέμει» στον
οίκο της τα απαραίτητα. Όταν αυτά, κατά την κρίση ενός όντος δεν αρκούν,
αρχίζει η αναζήτηση για τη συσσώρευσή τους. Ο φόβος του θανάτου είναι
το κινούν αίτιο αυτής της διαδικασίας. Και έως εδώ καλά μέχρι την
υπερβολή, που συνοψίζεται στο ότι «εγώ τα θέλω όλα». Το φαινόμενο αυτό
στον κοινωνικό ιστό είναι αναμφίβολα κατακριτέο. Δεν ζει κάποιος
στερώντας τη ζωή των άλλων, αλλά διατηρώντας το υπέδαφος της ζωής πάνω
στο οποίο διάγει τη ζωή του. Αυτό σημαίνει «επιβίωση», ζωή πάνω σε ζωή.
Η ανθρώπινη κοινωνία είναι μια «κατά
συνθήκη», μια «κατ’ ανάγκη» κοινωνία. Δεν έχει τη συνεκτική δομή της
ανάλογης των μυρμηγκιών ή των μελισσών που όλα τα έντομα είναι ίδια,
«αδέλφια» μεταξύ τους, καθώς γενιούνται και πεθαίνουνε κατά φουρνιές,
μαζί. Η κοινωνία των ανθρώπων είναι χαλαρή, ανομοιογενής, και
ετερόκλητη, που την αποτελούν διάφορες μη οικογενείς ομάδες. Στην ουσία,
πρόκειται για ένα συνονθύλευμα από υποκοινωνίες, στις οποίες τα
μεμονωμένα άτομα συμβιούν με σκοπό το όφελος από τη μεταξύ τους σχέση,
έχοντας παράλληλα το κάθε ένα εξ αυτών την τάση να δημιουργεί ένα δικό
του κόσμο. Επομένως, η ανθρώπινη «κοινωνία» είναι συναγωνιστική και
ανταγωνιστική συγχρόνως, οπότε η απληστία κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει
να ιδωθεί. Ο άνθρωπος δεν είναι κοινωνικό ον, γίνεται κοινωνικό για την
ασφάλειά του και αυτό του προσδίδει μια ιδιαίτερη συμπεριφορά η οποία
τον κάνει ον πολιτικό.
Η κοινωνική ζωή επιφέρει ευμενέστερες
συνθήκες διαβίωσης μέσω της διαδικασίας που καλείται οικονομία κλίμακας.
Κατ’ αυτήν, μέσω της σύνδεσης πολλών μονάδων επιτυγχάνεται όφελος. Όταν
κάποια στιγμή το όφελος και το κόστος βρεθούν σε κρίσιμη καμπή, τότε η
κοινωνία είτε ρικνώνεται τείνοντας να γίνει συμπαγής είτε επεκτείνεται
τείνοντας στη μεταλλαγή της. Στην πρώτη περίπτωση, η ρίκνωση οδηγεί στη
λεγόμενη «κλειστή κοινωνία» με κατάληξη το μαρασμό, ενώ στη δεύτερη
περίπτωση, η επέκταση οδηγεί στη λεγόμενη «ανοικτή κοινωνία» με κατάληξη
την απροσδιοριστία. Ο άπληστος, επομένως, ορίζεται ως καταλύτης του
συστήματος, φθάνοντας στο σημείο να οδηγεί στις μέρες μας τον ευαίσθητο
και ασταθή κοινωνικό ιστό.
Η παγκόσμια ανοικτή κοινωνία δεν είναι
άλλο από μια άπληστη κοινωνία σε σχέση με την έννοια των προγενέστερων
αξιών της πάτριας ζωής. Από οικονομικής πλευράς, αυτή στηρίζεται σε δύο
βάρκες: στην ελευθερία της παραγωγής όπως την περιέγραψε ο Άνταμ Σμιθ,
και στην ανάγκη της αυξημένης κατανάλωσης κατά τον Κέυνς. Οπότε,
διαμορφώνεται μια κοινωνία Λεβιάθαν, η οποία χωνεύει τα παιδιά της. Στη
διαδικασία όμως αυτή συμβαίνουν κρίσεις, όπου το ζητούμενο είναι ο
επαναπροσδιορισμός των ορίων των συμβαλλόμενων. Η ιστορία διδάσκει ότι
στις κρίσεις, οι πιο αδύναμες κοινωνικά ομάδες παραδίδονται βορά στο
σύστημα, γενόμενες μέρος του συστήματος. Το φαινόμενο αυτό ο Ρουσσώ αντί
να το ονομάσει «εξαναγκαστική παράδοση» το βάφτισε «κοινωνικό
συμβόλαιο». Το οποιοδήποτε όμως συμβόλαιο επενεργεί προς όφελος της
πλεονεκτικότερης ομάδας. Πλεονεξία, πλεονεκτικότητα και πλεονασμός,
είναι η «αγία τριάδα» της σύγχρονης πλέον κοινωνίας.
Φεύγουμε από την κοινωνία και
επιστρέφουμε στα μέλη της, τις άπληστες αράχνες που υφαίνουν τη ροή του
ιστού της ιστορίας. Στην ύφανσή του, όπως και στο κάθε γίγνεσθαι, δεν
υπάρχει διπολισμός, αλλά μονο-πειθαναγκασμός.
Το
αντίθετο του άπληστου είναι ο «πληστός», που σημαίνει «πλήρης
-ολοκληρωμένος». Θεωρητικά ορίζεται ως πρότυπο αξίας, καθόσον υποτίθεται
ότι τα πάει περίφημα με τον εαυτό του. Είναι στις ανάγκες του
εξαιρετικά ολιγαρκής, επομένως ευχαριστημένος με αυτά που έχει, οπότε
καθιερώνεται σαν πρότυπο συμπεριφοράς πολίτη, τόσο από τους ολιγαρκείς
όσο και από τους πλεονέκτες. Διότι οι ολιγαρκείς τον έχουν πρότυπο στη
δυστυχία τους, πράγμα που βολεύει παράλληλα τους πλεονέκτες. Σε σπάνιες
περιπτώσεις ο ολοκληρωμένος ή πληστός οδεύει στον εξοβελισμό του, σαν
ένα κύτταρο κατεξοχήν παθολογικό, που τείνει να περιορίσει το σύστημα
έχοντας βάση μια αλλιώτικη αθανασία που προκύπτει από την μέλλουσα
πληρέστερη ολοκλήρωσή του. Η απληστία όμως για την ολοκλήρωση οδηγεί
στην ολοκλήρωση της απληστίας, αλλά αυτός είναι ο άπληστος. Επομένως, τι
συνέβη; Αυξήθηκε απλά η πολυπλοκότητα του συστήματος με μια τροχοπέδη. Η
φύση αυτορυθμίζεται, η θέση που θα βρεθεί το κάθε κύτταρο ή άνθρωπος
είναι δεδομένη.
Το κλειδί στην ψυχολογία του άπληστου
λέγεται «άγχος επιβίωσης από το άχθος του θανάτου». Είναι μια αντίδραση
«φυσιολογική» η οποία εκδηλώνεται με τη μεταβολή των ορμονών και της
ψυχολογίας. Το φαινόμενο της απληστίας απαντάται τόσο στα παιδιά όσο και
στους μεγάλους, ασχέτως φύλου, με μεγαλύτερη έκταση στο θηλυκό. Δείτε
ένα παιδί σε μια βιτρίνα παιχνιδιών, η απληστία που ζωγραφίζεται στα
μάτια του παραπέμπει στο αν θα μπορούσε να έχει τα περισσότερα… Δείτε
έναν άντρα σε μια αγορά, ο περιορισμός που ζωγραφίζεται στα μάτια του θα
τον αναγκάσει να πάρει το καλύτερο για τα λεφτά του (best value for
money). Στις γυναίκες δεν αναφερόμαστε διότι άπτονται μιας ευρύτερης
ψυχολογίας η οποία ξεκινά από την επιλογή του ανδρός ως το καλάθι με τα
φρούτα (shoping theraphy).
Η απληστία, επομένως, αποτελεί μια
φυσική διαδικασία αντίδρασης του επιθυμητού, σημαντική στην
εξελικτικότητα. Η ψυχολογία του άπληστου, πρέπει κάποτε να ιδωθεί κάτω
απο το πρίσμα της εσώτερης βαθειάς ψυχολογίας που φτάνει μέχρι τα
γονίδια. Ακραία φαινόμενα δεν είναι άγνωστα και στα ζώα. Η αλεπού, για
παράδειγμα, πνίγει όλες τις κότες στο κοτέτσι ενώ τρώει μια, πράγμα που
μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αμόκ ζωτικής ανησυχίας». Το γεγονός αυτό
συνδέεται με τη «λίμπιντο», λέξη που συνάδει με το πάθος για ζωή με το
σπόρο του θανάτου. Στο βάθος της ψυχής του άπληστου, ελλοχεύει έντονα,
μα διακριτά, ο θάνατος.
Η γη κατέληξε «μονοειδής». Αυτό σημαίνει
ότι επικράτησε μόνο το ένα είδος, τώρα, ο άνθρωπος. Η μονοειδότητα
είναι ένα σύνηθες φαινόμενο στη φύση που συμβαίνει κατά διαστήματα, όπως
την εποχή των φυτών, των δεινοσαύρων, πρόσφατα των θηλαστικών και δη
των πρωτευόντων, του ανθρώπου. Ο κίνδυνος για την επιβίωση του ανθρώπου
προέρχεται πλέον από το ίδιο τον άνθρωπο, που σημαίνει ότι ο φόβος του
είναι «από και προς τον εαυτό του». Η μάχη ανάμεσα στα μέλη του ίδιου
είδους, της αυτής ομάδας, του ίδιου μας του εαυτού, όταν επισυμβεί είναι
η πλέον κανιβαλοφόρα. Επομένως, στο ανθρώπινο είδος θα επικρατήσει
τελικά ένα υποείδος, μέχρι να χαθεί και αυτό μέσα στην απροσδιοριστία. Η
απληστία στη φάση αυτή της μονοειδικής αιχμής, προβάλλεται ως αρχή -
τάση επιβίωσης στους πλέον φοβισμένους, ανάγοντας τον εγωκεντρικό -
εγωιστικό μηχανισμό της θεωρούμενης «ελπίδας» τους. Αυτή είναι μια
προσέγγιση μέσα από ένα πώρο του βιολογικού κοινωνικού ιστού, που
παραπέμπει στο ότι δεν επιφέρουμε εμείς το σύστημα αλλά ότι εκείνο μας
ορίζει. Παραταύτα, όταν το γεγονός αυτό ιδωθεί βαθύτερα, οδηγεί με τη
σειρά του στο ότι εμείς μετέχουμε και καθορίζουμε τις φυσιολογικές
νόρμες, μέσα από την πλειοψηφία. Αυτό, να ιδωθεί πέραν του καλού και
του κακού και της ιδεοληψίας, με ευρύτητα στη σκέψη και τη γνώση. Ούτως ή
άλλως, στην απληστία της γνώσης χρωστάμε αυτά που καταλαβαίνουμε
σήμερα.
Παρότι από την απληστία
δομήθηκε η κοινωνία, παρότι πλεονέκτες με την εξουσία ήταν οι
μεγαλύτεροι ηγέτες και με την αγάπη οι καλύτερες μητέρες, η απληστία
ιδωμένη ως εκ των μεγαλύτερων αμαρτημάτων, στηλιτεύεται. Τι γίνεται,
όμως, εδώ; Εθελοτυφλούμε, προσδιοριζόμενοι απο δυο μέτρα και σταθμά ή θα
επιλέξουμε ως άριστο το ένα; Θαυμασμός από τη μια και αποτροπιασμός από
την άλλη, δεν γίνεται, σημαίνει μπέρδεμα ή υποκρισία. Ως εκ τούτου,
εξετάζοντας τα πράγματα με όσο το δυνατόν αδέσμευτη χροιά, η απληστία
μπορεί να ιδωθεί ως «τάση επιβίωσης υπο οριακές συνθήκες». Στο σύμπαν,
που και αυτό επεκτείνεται άπληστα, υπάρχουν μαύρες τρύπες που ρουφούν
και άσπροι νάνοι που παράγουν. Αμφότερα τα φαινόμενα υπηρετούν μια
σκοπιμότητα, την ύπαρξη της φύσης. Ένα εκ των δυο να έλλειπε, θα ήταν
ουδέτερο, ανύπαρκτο το σύμπαν. Το ζητούμενο είναι μια κοινή γραμμή, η
οριοθέτηση στον κοινωνικό ιστό των φυσιο-λογικών ορίων.
Η θέση του άπληστου, χωρίς να φτάνουμε
σε άκρα, είναι φυσική. Ο ολίγον άπληστος είναι παραγωγικό κύτταρο, ο
πολύ άπληστος καταντάει πρόβλημα. Η πρακτική του πρώτου επιφέρει
θαυμασμό, του δεύτερου γεννά το φθόνο. Πέραν του ορίου, ο άπληστος ρουφά
τα στοιχεία της ζωής των άλλων, και ο πληστός τα φτύνει. Και στο βασικό
ερώτημα «τι κάνουμε», η απάντηση είναι «σε ότι είμαστε ταγμένοι». Τα
όρια της δυναμικής του συστήματος που θέτει η πλειοψηφία καθορίζουν τις
φυσιολογικές νόρμες και η αντιμετώπιση των πολύ άπληστων είναι θεμιτή.
Είτε λοιπόν μιλάμε για την απληστία του
πνεύματος, είτε της ύλης, ένα είναι γεγονός. Ότι, όπως το χαρακτηριστικό
γνώρισμα της πληρότητας είναι ο εφησυχασμός, το αντίστοιχο της
απληστίας είναι η ανησυχία. Ζω και ανησυχώ σημαίνει ότι είμαι ενεργός,
ορίζω εγώ τις νόρμες μου τις οποίες επεκτείνω στο κοινωνικό μου περίγυρο
όπου δεν εφησυχάζω. Ούτως ή άλλως, ο Ηρακλής στον κοινωνικό ιστό είναι ο
λαός και ρόπαλο η δικαιοσύνη. «Ηρακλής κοιμώμενος» δεν υπάρχει ως
τραγωδία, θα μπορούσε βέβαια να υπάρξει ως κωμωδία, για να ολοκληρωθεί
με τον «Ηρακλή μαινόμενο» ως σατυρικό δράμα.
Στον ελληνικό τρόπο της ζωής, κυριάρχησε
κάποτε έντονα το άπληστο πνευματικό στοιχείο. Αυτό δημιούργησε στον
πλουραλισμό των ιδεών όπου προέκυψε φως, το οποίο μεταλαμπαδεύτηκε στο
δυτικό πολιτισμό και κατόπιν εκτενέστερα. Το είδος του φωτός που
εξέπεμψαν οι πρόγονοί μας ονομαζόταν φάος, που σημαίνει φως από
αυτόκαυστο υλιστικό μανδύα ενός πνεύματος που φλέγεται χαοτικά. Αυτή
είναι μια περίπτωση κατά την οποία ο καιγόμενος προσφέρει στο σύνολο το
φως του, μέσα από τον έμπειρο ή ένπυρο χαμό του. Ποιος είπε ότι άπληστος
είναι κοιλιόδουλος και καταναλωτής μονάχα;
Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014
Eικονική ελευθερία
Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, κατά την παγκόσμια ιστορία τα πολιτικά
συστήματα (μοναρχικά, ολιγαρχικά, αντιπροσωπευτικά) οδήγησαν σε μια
κατάσταση που, grosso modo, υποχρέωσε τους ανθρώπους σε δυο στάσεις
ζωής. Η πρώτη στάση διαμορφώθηκε από την αυστηρή πειθαρχία (μοναρχίες,
ολιγαρχίες) η οποία επέβαλε την κονιορτοποίηση των προσωπικών επιθυμιών
και την υπονόμευση του αυτοκαθορισμού (με την έννοια να μπορούν οι
όποιοι και οι όποιες να καθορίζουν τις τύχες τους). Η δεύτερη
(αντιπροσωπευτικά συστήματα) ενώ αρχικά, μέσα από τους μεγάλους
κοινωνικούς αγώνες, δημιούργησε τα θεμέλια για τη διεκδίκηση της
ελευθερίας, σταδιακά διαμόρφωσε μια φαντασιακή αίσθηση, με άλλα λόγια
μια εικονική ελευθερία. Βαθμιαία τέθηκε στο επίκεντρο της ύπαρξης η
υλική υπόσταση του ανθρώπου ως καταναλωτή, η αέναη οικονομική ανάπτυξη, ο
ατέρμονας πλανήτης ως πάροχος ύλης, η αυταπάτη μιας κοινωνίας ελεύθερων
αγορών.
Ασφαλώς και δικαίως η δεύτερη στάση (ως απόρροια των αντιπροσωπευτικών πολιτικών συστημάτων) αποτέλεσε και την καλύτερη δυνατή έκβαση. Υπό αυτή την οπτική του συμβιβασμού – που φέρει αξιωματικά το μη χείρον βέλτιστο – πορεύτηκαν και συνεχίζουν να πορεύονται οι δυτικές κοινωνίες. Ωστόσο – με την κυριαρχία της οικονομοκρατίας – η φύση και η μορφή (κατ’ επέκταση οι επιπτώσεις σε ατομικό επίπεδο) αυτού του συμβιβασμού, άρχισαν να αλλάζουν. Η πορεία που αρχικά φαινόταν ότι θα εξασφάλιζε την ελευθερία ατομικής δράσης, έκφρασης και ανάδειξης των ικανοτήτων, άρχισε να εδραιώνει μια νέα κατάσταση.
Ο μηχανισμός του ανεξέλεγκτου δανεισμού (σε ατομικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο) οδήγησε τους πάντες σε τεράστια χρέη. Ο καπιταλισμός, σε μια ευτελή συμμαχία με την τεχνολογία, άρχισε σταδιακά να κυριεύει την πολιτική, αναζητώντας τεχνητά (ανύπαρκτα) πεδία εκμετάλλευσης σε ένα όργιο απληστίας.
Σταδιακά, όπως καθετί άλλο που καθορίζεται από το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα, έτσι και η ελευθερία απέκτησε χρηματικό αντίτιμο. Η ιδιώτευση και ο εγκλεισμός στον στενό οικογενειακό πυρήνα, απέκτησαν θεσμική υπόσταση και ο άνθρωπος, δίχως να το συνειδητοποιεί, ξεκίνησε να υποδουλώνει σταδιακά τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό επομένως που διαρρηγνύεται σήμερα είναι η οικονομο-κεντρικής φύσης υπόσταση της ανθρώπινης ζωής. Ο δυτικός άνθρωπος άρχισε να αισθάνεται υποδούλωση, μόνο τώρα όπου η οικονομία του χτυπά την πόρτα.
Στην πραγματικότητα με την παθητικότητά του, την αδιαφορία του για την προσωπική του καλλιέργεια και την απουσία του από τα πολιτικά πράγματα, υπονόμευσε συνολικά ο ίδιος την ελευθερία του πολύ νωρίτερα.
Ο άνθρωπος που σήμερα αισθάνεται αδύναμος και εγκλωβισμένος στα οικονομικά και μη προβλήματά του φέρει και ο ίδιος, τεράστια προσωπική ευθύνη. Είναι όμως βέβαιο πως μπορεί να γίνει και δυνατός και ελεύθερος. Ικανή και αναγκαία συνθήκη είναι να συνειδητοποιήσει ότι τα παραπάνω ερωτήματα πρέπει και μπορούν να απαντηθούν μόνον συλλογικά.
H αντιξοότητα μπορεί να αποτελέσει αφορμή για την αναζήτηση μιας ευημερίας (ευτοπίας) που θα βασίζεται στην ολιγάρκεια, την ισότητα και την πραγματική ελευθερία και όχι στην υπερκατανάλωση και στην εθελούσια αυτο-υποδούλωση. Άλλωστε η μετατροπή της όποιας θεωρίας σε πολιτική πράξη ενώ από την μια απαιτεί συλλογικότητα, από την άλλη δεν μπορεί παρά να έχει στο κέντρο της τον ίδιο τον άνθρωπο και αυτό δεν συνθέτει κάποια ακόμη αντίφαση, αλλά το μεγαλείο της κοινωνικής ύπαρξης…
Γιώργος Κουτσαντώνης
Ασφαλώς και δικαίως η δεύτερη στάση (ως απόρροια των αντιπροσωπευτικών πολιτικών συστημάτων) αποτέλεσε και την καλύτερη δυνατή έκβαση. Υπό αυτή την οπτική του συμβιβασμού – που φέρει αξιωματικά το μη χείρον βέλτιστο – πορεύτηκαν και συνεχίζουν να πορεύονται οι δυτικές κοινωνίες. Ωστόσο – με την κυριαρχία της οικονομοκρατίας – η φύση και η μορφή (κατ’ επέκταση οι επιπτώσεις σε ατομικό επίπεδο) αυτού του συμβιβασμού, άρχισαν να αλλάζουν. Η πορεία που αρχικά φαινόταν ότι θα εξασφάλιζε την ελευθερία ατομικής δράσης, έκφρασης και ανάδειξης των ικανοτήτων, άρχισε να εδραιώνει μια νέα κατάσταση.
Ο μηχανισμός του ανεξέλεγκτου δανεισμού (σε ατομικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο) οδήγησε τους πάντες σε τεράστια χρέη. Ο καπιταλισμός, σε μια ευτελή συμμαχία με την τεχνολογία, άρχισε σταδιακά να κυριεύει την πολιτική, αναζητώντας τεχνητά (ανύπαρκτα) πεδία εκμετάλλευσης σε ένα όργιο απληστίας.
Σταδιακά, όπως καθετί άλλο που καθορίζεται από το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα, έτσι και η ελευθερία απέκτησε χρηματικό αντίτιμο. Η ιδιώτευση και ο εγκλεισμός στον στενό οικογενειακό πυρήνα, απέκτησαν θεσμική υπόσταση και ο άνθρωπος, δίχως να το συνειδητοποιεί, ξεκίνησε να υποδουλώνει σταδιακά τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό επομένως που διαρρηγνύεται σήμερα είναι η οικονομο-κεντρικής φύσης υπόσταση της ανθρώπινης ζωής. Ο δυτικός άνθρωπος άρχισε να αισθάνεται υποδούλωση, μόνο τώρα όπου η οικονομία του χτυπά την πόρτα.
Στην πραγματικότητα με την παθητικότητά του, την αδιαφορία του για την προσωπική του καλλιέργεια και την απουσία του από τα πολιτικά πράγματα, υπονόμευσε συνολικά ο ίδιος την ελευθερία του πολύ νωρίτερα.
«Πριν από 30 ή 60 χρόνια οι αριστεροί θα σου μιλούσαν για την ένδοξη νύχτα της επανάστασης και οι δεξιοί για την απεριόριστη πρόοδο κ.ο.κ. Σήμερα κανείς δεν τολμά να εκφράσει κάποιο μεγαλεπήβολο ή έστω μετριοπαθώς λογικό πρόταγμα το οποίο να υπερβαίνει τον προϋπολογισμό ή τις επόμενες εκλογές. Υπάρχει συνεπώς ένας χρονικός ορίζοντας. Υπό αυτή την έννοια, η «επιβίωση» είναι ένας όρος στον οποίο μπορούμε να ασκήσουμε κριτική, διότι, φυσικά, όλοι μας νοιαζόμαστε για τη σύνταξή μας και για την εκπαίδευση των παιδιών μας. Αυτός όμως ο χρονικός ορίζοντας είναι ιδιωτικός. Κανείς δε συμμετέχει σε ένα δημόσιο χρονικό ορίζοντα, κατά τον ίδιο τρόπο που κανείς δε συμμετέχει σε ένα δημόσιο χώρο» (Κορνήλιος Καστοριάδης).Επιπροσθέτως η ιστορία διδάσκει με σαφήνεια, ότι στις κοινωνίες δεν δόθηκε ποτέ η δυνατότητα να επιλέξουν, ούτε φυσικά να αναζητήσουν συλλογικά τη λύση στα μεγάλα ζητήματά τους. Κάθε φορά, μικρά ή μεγαλύτερα τμήματα των κοινωνιών απαιτούν (με δική τους πρωτοβουλία, κατευθυνόμενη ή μη), διεκδικούν και τελικά κερδίζουν. Τίποτε δεν προσφέρεται (ούτε καν ως επιλογή) και ασφαλώς δεν χαρίζεται από τους λίγους ισχυρούς εξουσιαστές στους πολλούς. Τα ζητήματα επομένως που θα έπρεπε να μας απασχολήσουν καθολικά σήμερα είναι:
- Πώς ο άνθρωπος μπορεί να εξέλθει από την παθητικότητα και την ιδιώτευση περνώντας στην ενεργή συμμετοχή και την συλλογικότητα;
- Πώς μπορεί να γίνει αυτόνομος και ολιγαρκής χωρίς να αισθάνεται μικρός και ασήμαντος;
Ο άνθρωπος που σήμερα αισθάνεται αδύναμος και εγκλωβισμένος στα οικονομικά και μη προβλήματά του φέρει και ο ίδιος, τεράστια προσωπική ευθύνη. Είναι όμως βέβαιο πως μπορεί να γίνει και δυνατός και ελεύθερος. Ικανή και αναγκαία συνθήκη είναι να συνειδητοποιήσει ότι τα παραπάνω ερωτήματα πρέπει και μπορούν να απαντηθούν μόνον συλλογικά.
H αντιξοότητα μπορεί να αποτελέσει αφορμή για την αναζήτηση μιας ευημερίας (ευτοπίας) που θα βασίζεται στην ολιγάρκεια, την ισότητα και την πραγματική ελευθερία και όχι στην υπερκατανάλωση και στην εθελούσια αυτο-υποδούλωση. Άλλωστε η μετατροπή της όποιας θεωρίας σε πολιτική πράξη ενώ από την μια απαιτεί συλλογικότητα, από την άλλη δεν μπορεί παρά να έχει στο κέντρο της τον ίδιο τον άνθρωπο και αυτό δεν συνθέτει κάποια ακόμη αντίφαση, αλλά το μεγαλείο της κοινωνικής ύπαρξης…
Γιώργος Κουτσαντώνης
Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014
Krishnamurti: Ξεπερνώντας το φόβο
Απόσπασμα από το βιβλίο “Κρισναμούρτι Η απελευθέρωση απ’ το άγνωστο”
Ο φόβος είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στη
ζωή. Ο νους που είναι μπλεγμένος μέσα στο φόβο, ζει μέσα σε σύγχυση, σε
συγκρούσεις , και άρα είναι βίαιος, σπασμωδικός, διαστρεβλωμένος και επιθετικός
Δεν τολμάει να απομακρυνθεί από τα πρότυπα σκέψεις του, και αυτό γεννάει
υποκρισία. Μέχρι να ελευθερωθούμε από το φόβο, ακόμα κι αν ανέβουμε στο πιο
ψηλό βουνό, ακόμα κι αν δημιουργήσουμε κάθε είδους θεό, θα παραμείνουμε πάντα
στο σκοτάδι.
Ζώντας σε μια τέτοια διεφθαρμένη και ηλίθια κοινωνία,
όπως αυτή που ζούμε, μ’ αυτή την ανταγωνιστική εκπαίδευση που παίρνουμε, που
γεννά το φόβο, όλοι μας φέρουμε το βάρος κάποιου φόβου. Και ο φόβος είναι ένα
φοβερό πράγμα που περιτυλίγει, παραμορφώνει και αποβλακώνει την καθημερινή μας
ζωή.
Υπάρχει και ο φυσικός φόβος, αλλά αυτό είναι κάτι που
έχουμε κληρονομήσει από τα ζώα. Για τους ψυχολογικούς φόβους είναι που μιλάμε
εδώ, γιατί όταν καταλάβουμε τους βαθιά ριζωμένους ψυχολογικούς φόβους θα
είμαστε ικανοί να αντιμετωπίσουμε τους ζωώδης φόβους, ενώ, το να ασχοληθούμε
πρώτα με τους ζωώδης φόβους μας δεν θα μας βοηθήσει καθόλου να καταλάβουμε τους
ψυχολογικούς.
Όλοι φοβόμαστε κάτι. Δεν υπάρχει ο φόβος σαν αφηρημένη
ιδέα. Έχει πάντα σχέση με κάτι. Ξέρετε τους δικούς σας φόβους; – φόβους ότι θα
χάσετε τη δουλειά σας, ή του να μην έχετε αρκετό φαγητό ή χρήματα, φόβος για το
τι σκέφτονται για εσάς οι γείτονες σας ή η κοινωνία, ή του να μην είσαστε
επιτυχημένοι, φόβο του να χάσετε τη θέση σας στη κοινωνία, του να σας
περιφρονούν, να σας γελοιοποιούν, φόβος πόνου ή αρρώστιας, φόβο εξουσίας, φόβος
του να μην ξέρετε τι είναι αγάπη ή ότι δεν σας αγαπούν, φόβος του να χάσετε τη
γυναίκα σας ή τα παιδιά σας, φόβος θανάτου, φόβος τέλειας ανίας, του να ζείτε σε
έναν κόσμο σαν θάνατος, φόβος του να μην ικανοποιείτε την εικόνα που έχουν
δημιουργήσει οι άλλοι για σας, φόβος του να χάσετε την πίστη σας – όλους αυτούς
και αναρίθμητους άλλους φόβους – ξέρετε τους δικούς σας προσωπικούς φόβους; Και
τι κάνετε συνήθως γι’ αυτούς; Το σκάτε απ’ αυτούς; – έτσι δεν είναι; Ή
εφευρίσκετε ιδέες και είδωλα για να τους καλύψετε; Αλλά με το να το σκάτε από
τον φόβο, το μόνο που κάνετε είναι να τον μεγαλώνετε.
Μία από τι βασικές αιτίες του φόβου είναι ότι θέλουμε
να αντιμετωπίσουμε τους εαυτούς μας όπως είμαστε πραγματικά. Πρέπει λοιπόν να
εξετάσουμε το δίκτυο διαφυγής που έχουμε δημιουργήσει για να ξεφύγουμε από τους
φόβους, όπως επίσης και να εξετάσουμε και τους ίδιους μας τους φόβους. Όταν ο
νους στον οποίον περιλαμβάνεται και ο εγκέφαλος, προσπαθεί να ξεπεράσει το
φόβο, να τον καταπιέσει, να τον πειθαρχήσει, να τον ελέγξει, να τον μετατρέψει
σε κάτι άλλο, υπάρχει τριβή, υπάρχει σύγκρουση, και αυτή η σύγκρουση είναι
χάσιμο ενέργειας.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να αναρωτηθούμε τότε είναι
το τι είναι ακριβώς και πως δημιουργείται. Τι εννοούμε με αυτή καθ’ αυτήν τη
λέξη “φόβος”; Ρωτάω τον εαυτό μου τι είναι φόβος, όχι τι φοβάμαι.
Κάνω μια ορισμένη ζωή. Σκέφτομαι με ορισμένα πρότυπα.
Έχω ορισμένα πιστεύω και δόγματα και δεν θέλω αυτά τα υπαρξιακά πρότυπα να
ενοχληθούν γιατί έχω τις ρίζες μου μέσα τους. Δεν θέλω να ενοχληθούν τα πιστεύω
μου, γιατί η ενόχληση δημιουργεί μία κατάσταση άγνωστου και δεν μου αρέσει
αυτό. Αν ξεκολλήσω από όλα όσα ξέρω και πιστεύω, θέλω να είμαι σίγουρος για την
κατάσταση των πραγμάτων προς την οποία πηγαίνω. Έτσι λοιπόν τα εγκεφαλικά
κύτταρα έχουν δημιουργήσει ένα πρότυπο και αρνούνται να δημιουργήσουν ένα άλλο
πρότυπο το οποίο είναι αβέβαιο. Η κίνηση από την ασφάλεια στην ανασφάλεια είναι
αυτό που αποκαλώ φόβο.
Αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, όπως κάθομαι εδώ, δεν
φοβάμαι, αυτή τη στιγμή, τίποτα δεν μου συμβαίνει, κανένας δεν με απειλεί ή μου
παίρνει κάτι. Αλλά πίσω από αυτό το πραγματικό λεπτό υπάρχει ένα βαθύτερο
στρώμα στο νου που συνειδητά ή ασυνείδητα σκέφτεται το τι θα μπορούσε να συμβεί
στο μέλλον ή ανησυχεί ότι κάτι από το παρελθόν μπορεί να με αιφνιδιάσει. Έτσι
λοιπόν φοβάμαι το παρελθόν και το μέλλον. Έχω διαχωρίσει το χρόνο σε παρελθόν
και μέλλον. Η σκέψη μπαίνει μέσα και λέει, “πρόσεξε να μη συμβεί ξανά” ή
“προετοιμάσου για το μέλλον. Το μέλλον μπορεί να είναι επικίνδυνο για εσένα.
Έχεις κάτι τώρα αλλά μπορεί να το χάσεις. Μπορεί να πεθάνεις αύριο. Η γυναίκα
σου μπορεί να φύγει, μπορεί να χάσεις τη δουλειά σου. Μπορεί ποτέ να μη γίνεις
διάσημος. Μπορεί να μείνεις μόνος. Πρέπει να είσαι εντελώς σίγουρος για το
αύριο”.
Τώρα πάρτε το δικό σας προσωπικό είδος φόβου. Κοιτάξτε
το. Παρατηρήστε τις αντιδράσεις σας σ’ αυτό. Μπορείτε να το δείτε χωρίς καμία
κίνηση διαφυγής, δικαιολόγησης, επίκρισης ή απώθησης; Μπορείτε να κοιτάξετε το
φόβο χωρίς τη λέξη που προκαλεί το φόβο; Μπορείτε να κοιτάξετε το θάνατο για
παράδειγμα, χωρίς τη λέξη που ξυπνά το φόβο του θανάτου; Η ίδια η λέξη φέρνει
μια ανατριχίλα, έτσι δεν είναι; Όπως η λέξη αγάπη, έχει τη δικιά της ανατριχίλα,
τη δικιά της εικόνα; Τώρα, μήπως είναι η εικόνα του θανάτου που έχεις στο μυαλό
σου, η ανάμνηση τόσων θανάτων που έχεις δει και οι συσχετισμοί σου με εκείνα τα
συμβάντα – μήπως είναι αυτή η εικόνα που δημιουργεί το φόβο; Ή φοβάσαι ότι θα
φτάσεις στο τέλος, σε ένα τέλος πραγματικά, και δεν φοβάσαι την εικόνα που
έχεις – ότι θα φτάσεις στο τέλος. Είναι η λέξη θάνατος που σου δημιουργεί φόβο
ή το πραγματικό τέλος; Αν είναι η λέξη ανάμνηση που προκαλεί το φόβο σου, τότε
δεν είναι καθόλου φόβος.
Ήσουν άρρωστος πριν από δύο χρόνια, ας πούμε, και η
ανάμνηση εκείνου του πόνου, εκείνης της αρρώστιας, παραμένει, και η ανάμνηση
λειτουργώντας πάλι τώρα λέει “πρόσεξε μην ξανά ‘ρρωστήσεις”. Ετσι η ανάμνηση με
τις συσχετίσεις της δημιουργεί φόβο, και αυτό δεν είναι φόβος γιατί στην
πραγματικότητα έχεις μια πολύ καλή υγεία. Η σκέψη που είναι πάντα παλιά γιατί η
σκέψη είναι η αντίδραση – απάντηση στις αναμνήσεις και οι αναμνήσεις είναι
πάντα παλιές – η σκέψη δημιουργεί με τον καιρό, το αίσθημα ότι φοβάσαι, που δεν
είναι όμως ένα πραγματικό γεγονός. Το πραγματικό γεγονός είναι ότι είσαι καλά.
Αλλά η εμπειρία που έχει μείνει στο μυαλό σαν μία ανάμνηση ξυπνάει τη σκέψη,
“πρόσεξε μην αρρωστήσεις ξανά”.
Βλέπουμε λοιπόν ότι η σκέψη φέρνει ένα είδος φόβου.
Αλλά υπάρχει φόβος εκτός από αυτόν; Είναι ο φόβος πάντα αποτέλεσμα της σκέψης,
και αν είναι, υπάρχει κανένα άλλο είδος φόβου; Φοβόμαστε τον θάνατο – δηλαδή
κάτι που πρόκειται να συμβεί αύριο ή μεθαύριο, με τον καιρό. Υπάρχει μια
απόσταση μεταξύ του τώρα και αυτού που πρόκειται να συμβεί. Η σκέψη έχει
δοκιμάσει αυτήν την κατάσταση, με το να παρατηρεί το θάνατο, λέει “Πρόκειται να
πεθάνω”. Η σκέψη λοιπόν δημιουργεί το φόβο του θανάτου, και αν αυτή δεν τον
δημιουργεί, υπάρχει κανένα άλλο είδος φόβου;
Είναι λοιπόν ο φόβος αποτέλεσμα της σκέψης; Αν είναι,
αφού η σκέψη είναι πάντα παλιά, είναι και ο φόβος πάντα παλιός. Όπως έχουμε πει
δεν υπάρχει νέα σκέψη. Εάν το αναγνωρίσουμε αυτό, είναι ήδη παλιό. Έτσι λοιπόν
αυτό που φοβόμαστε πραγματικά είναι η επανάληψη του παλιού – η σκέψη εκείνων που
έχουν γίνει και που προβάλλονται στο μέλλον. Άρα λοιπόν η σκέψη είναι υπεύθυνη
για το φόβο. Έτσι είναι, μπορείτε να το δείτε και μόνοι σας. Όταν βρεθείτε
αντιμέτωποι με κάτι, την ίδια στιγμή δεν υπάρχει φόβος. Μόνο όταν μπει μέσα η
σκέψη δημιουργείται ο φόβος.
Επομένως, η ερώτησή μας τώρα είναι: “Είναι δυνατόν ο
νους να ζει ολοκληρωτικά, απόλυτα, στο παρόν;” Μόνο ένας τέτοιος νους δεν έχει
καθόλου φόβο. Αλλά για να το καταλάβετε αυτό, πρέπει να καταλάβετε τη δομή της
σκέψης, της ανάμνησης και του χρόνου. Και με το να το καταλάβετε, όχι
διανοητικά, όχι με λέξεις αλλά πραγματικά, με την καρδιά σας, το νου σας, τα
σωθικά σας, θα ελευθερωθείτε από το φόβο. Τότε ο νους μπορεί να χρησιμοποιεί τη
σκέψη χωρίς να δημιουργείται φόβος.
Η σκέψη, όπως η μνήμη, είναι βέβαια αναγκαία για την
καθημερινή ζωή μας. Είναι το μόνο όργανο που έχουμε για επικοινωνία, για την
δουλειά μας κ.ο.κ.. Η σκέψη είναι η αντίδραση στη μνήμη, μνήμη που έχει
συσσωρευτεί μέσα από εμπειρίες, γνώσεις, παραδόσεις χρόνων. Και απ’ αυτό το
υπόβαθρο μνήμης αντιδρούμε κι αυτή η αντίδραση είναι η σκέψη. Έτσι λοιπόν η
σκέψη είναι ουσιαστική σε ορισμένα επίπεδα αλλά όταν η σκέψη αυτή προβάλλεται
ψυχολογικά στο μέλλον και το παρελθόν, δημιουργώντας φόβο και μαζί ευχαρίστηση,
ο νους γίνεται αδρανής και η απραξία είναι αναπόφευκτη.
Αναρωτιέμαι λοιπόν “γιατί, γιατί, γιατί σκέφτομαι για
το μέλλον και το παρελθόν σε σχέση με την ευχαρίστηση ή τον πόνο αφού γνωρίζω
ότι αυτές οι σκέψεις δημιουργούν φόβο; Είναι δυνατό να σταματήσει ψυχολογικά η
σκέψη, γιατί αλλιώς ο φόβος δεν θα σταματήσει ποτέ;”
Το κομμάτιασμα της
σκέψης
Μία από τις λειτουργίες της σκέψης είναι το να είναι
πάντα απασχολημένη με κάτι. Οι περισσότεροι από εμάς θέλουμε να έχουμε το νου
μας συνεχώς απασχολημένο ώστε να εμποδιζόμαστε να δούμε τους εαυτούς μας όπως
είμαστε πραγματικά. Φοβόμαστε να είμαστε άδειοι. Φοβόμαστε να κοιτάξουμε τους
φόβους μας.
Στο συνειδητό μπορεί να ξέρεις τους φόβους σου αλλά
στα βαθύτερα στρώματα του μυαλού σου τους ξέρεις; Και πως θα ανακαλύψεις τους
φόβους σου που είναι κρυμμένοι, μυστικοί; Πρέπει ο φόβος να διαιρεθεί σε
συνειδητό και ασυνείδητο; Αυτή είναι μια πολύ σημαντική ερώτηση. Οι ειδικοί, οι
ψυχολόγοι, οι αναλυτές έχουν χωρίσει το φόβο σε βαθιά και σε επιφανειακά
στρώματα, αλλά αν ακολουθήσεις αυτά που λένε οι ψυχολόγοι ή αυτά που λέω εγώ,
καταλαβαίνεις τις θεωρίες μας τα δόγματά μας, τις γνώσεις μας, δεν
καταλαβαίνεις τον εαυτό σου. Δεν μπορείς να καταλάβεις τον εαυτό σου με βάση
τον Φρόυντ, τον Γιούνγκ ή εμένα. Οι θεωρίες των άλλων ανθρώπων δεν έχουν καμία
σημασία. Εσύ ο ίδιος είσαι που πρέπει να κάνεις την ερώτηση: Πρέπει ο φόβος να
διαιρεθεί σε συνειδητό και ασυνείδητο; Ή υπάρχει μόνο φόβος που του δίνεις
διάφορες μορφές; Υπάρχει μόνο μια επιθυμία: η ίδια η επιθυμία. Εσύ επιθυμείς.
Τα αντικείμενα της επιθυμίας αλλάζουν, αλλά η επιθυμία είναι πάντα η ίδια. Ίσως
με τον ίδιο τρόπο υπάρχει μόνο φόβος. Φοβάσαι όλων των ειδών τα πράγματα αλλά
υπάρχει μόνο ένας φόβος.
Όταν συνειδητοποιήσεις ότι ο φόβος δεν μπορεί να
διαιρεθεί, θα δεις ότι έχεις βάλει κατά μέρος μία κι καλή αυτό το πρόβλημα του
ασυνείδητου και έτσι θα ‘χεις γλιτώσει από τους ψυχολόγους και τους αναλυτές.
Όταν καταλάβεις ότι ο φόβος είναι μία και μόνη κίνηση που εκφράζεται με
διαφορετικούς τρόπους και όταν δεις την κίνησης και όχι το αντικείμενο στο
οποίο πηγαίνει η κίνηση, τότε αντιμετωπίζεις μία “τεράστια” ερώτηση: Πως μπορεί
να κοιτάξεις το φόβο χωρίς το κομμάτιασμα που έχει καλλιεργήσει ο νους;
Υπάρχει μόνο ολικός φόβος αλλά πως μπορεί το μυαλό που
σκέφτεται κομματιαστά να παρακολουθήσει αυτήν την ολική εικόνα; Μπορεί; Ζούμε
τη ζωή μας κομματιασμένα και μπορούμε να κοιτάξουμε αυτό τον ολικό φόβο μόνο
μέσα από την τμηματική επεξεργασία της σκέψης. Όλη η διεργασία του μηχανισμού
της σκέψης υπάρχει για να διαλύει το κάθε τι σε κομμάτια: Σ’ αγαπώ και σε μισώ.
Είσαι ο εχθρός μου, είσαι ο φίλος μου. Ή η ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία μου, οι
τάσεις, η δουλειά μου, η θέση μου, το κύρος μου, η γυναίκα μου, το παιδί μου, η
χώρα μου και η χώρα σου, ο θεός μου και ο θεός σου – όλα αυτά είναι το
κομμάτιασμα της σκέψης. Και αυτή η σκέψη “κοιτάζει” την ολική κατάσταση του
φόβου ή προσπαθεί να την κοιτάξει και την απλοποιεί σε κομμάτια. Άρα λοιπόν
βλέπουμε ότι ο νους μπορεί να κοιτάξει αυτό τον ολικό φόβο μόνο όταν δεν
υπάρχει κίνηση της σκέψης.
Το ξεπέρασμα του φόβου
Μπορείς να παρακολουθήσεις το φόβο χωρίς
προκαθορισμένα συμπεράσματα, χωρίς καμία παρέμβαση της γνώσης που έχεις
συσσωρεύσει γι’ αυτόν; Αν δεν μπορείς, τότε αυτό που παρακολουθείς είναι το
παρελθόν, όχι ο φόβος: Αν μπορείς, τότε παρακολουθείς το φόβο για πρώτη φορά χωρίς
την παρέμβαση του παρελθόντος.
Μπορείς να “παρακολουθήσεις” μόνο όταν το μυαλό είναι
πολύ ήρεμο, όπως μπορείς να ακούσεις τι λέει κάποιος μόνο όταν το μυαλό σου δεν
φλυαρεί συνεχίζοντας διάλογο μέσα του για τα δικά του προβλήματα και άγχη.
Μπορείτε με τον ίδιο τρόπο να κοιτάξετε το φόβο χωρίς να σκεφτείτε το αντίθετό
του; Έχετε το θάρρος να τον κοιτάξετε πραγματικά και να μην προσπαθήσετε να
ξεφύγετε; Όταν λέτε “πρέπει να τον ελέγξω, πρέπει να τον ξεφορτωθώ, πρέπει να
τον καταλάβω” προσπαθείτε να ξεφύγετε.
Μπορείτε να παρακολουθήσετε ένα σύννεφο ή ένα δέντρο ή
ένα ποτάμι που τρέχει, μ’ ένα αρκετά ήρεμο μυαλό γιατί δεν είναι πολύ σημαντικά
για σας, αλλά το να παρακολουθήσεις τον εαυτό σου είναι πολύ πιο δύσκολο γιατί
εκεί οι απαιτήσεις είναι τόσο ουσιαστικές, οι αντιδράσεις τόσο γρήγορες. Έτσι,
λοιπόν, όταν είστε άμεσα σε επαφή με το φόβο ή την απελπισία, τη μοναξιά ή τη
ζήλια, ή όποια άλλη άσχημη κατάσταση του νου, μπορείτε να την κοιτάξετε τόσο
ολοκληρωμένα ώστε το μυαλό σας να γίνει τόσο ήρεμο ώστε να τη δει;
Μπορεί το μυαλό να διακρίνει το φόβο από τις
διαφορετικές μορφές φόβου – να “δεις” τον ολικό φόβο, και όχι αυτό που φοβάσαι;
Αν κοιτάξεις μόνο τις λεπτομέρειες του φόβου ή προσπαθήσεις να αντιμετωπίσεις
τους φόβους σου έναν έναν, δεν θα φτάσεις ποτέ στο κύριο θέμα που είναι να
μάθεις να ζεις με το φόβο.
Το να ζεις με ένα τέτοιο ζωντανό πράγμα όπως είναι ο
φόβος απαιτεί ένα μυαλό και μία καρδιά εξαιρετικά ικανά, εντελώς ανοιχτά, χωρίς
προκατασκευασμένα συμπεράσματα ώστε να μπορούν να παρακολουθούν κάθε κίνηση του
φόβου. Τότε, αν τον παρατηρήσεις και ζήσεις μ’ αυτόν – και για να γίνει αυτό
δεν παίρνει μια ολόκληρη μέρα, μπορεί να πάρει ένα λεπτό ή ένα δευτερόλεπτο για
να γνωρίσεις όλη τη φύση του φόβου – αν ζήσεις μαζί του τόσο ολοκληρωτικά, θα
ρωτήσεις αναπόφευκτα: Ποια είναι αυτή η ύπαρξη που ζει με το φόβο; Ποιος είναι
αυτός που παρακολουθεί το φόβο, που παρακολουθεί όλες τις κινήσεις των διαφόρων
μορφών φόβου και ξέρει συγχρόνως και το κεντρικό γεγονός του φόβου; Είναι ο
παρατηρητής ένα νεκρό ον, ένα στατικό ον, που έχει συσσωρεύσει τόση πολύ γνώση
και πληροφορίες για τον εαυτό του και είναι αυτό το νεκρό πράγμα που παρατηρεί
και ζει με την κίνηση του φόβου; Είναι ο παρατηρητής, το παρελθόν ή ένα ζωντανό
πράγμα; Ποια είναι η απάντησή σου; Μην απαντήσεις σε μένα. Απάντησε στον εαυτό
σου. Είσαι ο παρατηρητής, ένα νεκρό ον, που παρατηρεί ένα ζωντανό πράγμα ή
είσαι εσύ ένα ζωντανό πράγμα που παρατηρεί ένα άλλο ζωντανό πράγμα; Γιατί στον
παρατηρητή υπάρχουν και οι δύο καταστάσεις.
Ο παρατηρητής είναι ο λογοκριτής που δεν θέλει το
φόβο: Ο παρατηρητής είναι το σύνολο των εμπειριών του για το φόβο. Έτσι, ο
παρατηρητής δεν έχει επαφή με αυτό που ονομάζει φόβο. Υπάρχει απόσταση μεταξύ
τους. Προσπαθεί πάντα να τον υπερνικήσει ή να ξεφύγει απ’ αυτόν και άρα δημιουργείται
αυτή η συνεχής μάχη μεταξύ του εαυτού του και του φόβου – αυτή η μάχη που είναι
τόσο μεγάλη σπατάλη ενέργειας.
Καθώς παρακολουθείς, μαθαίνεις ότι ο παρατηρητής είναι
απλά ένας σωρός από ιδέες και αναμνήσεις χωρίς καμία αξία ή ουσία. Ενώ ο φόβος
είναι μία πραγματικότητα και προσπαθείς να καταλάβεις ένα γεγονός με μία
αφηρημένη έννοια πράγμα το οποίο βέβαια δεν είναι δυνατόν. Αλλά στην
πραγματικότητα είναι ο παρατηρητής που λέει “φοβάμαι”, τίποτα διαφορετικό από
αυτό που παρατηρεί, που είναι ο φόβος; Ο παρατηρητής είναι φόβος και όταν αυτό
έχει κατανοηθεί δεν υπάρχει πια άλλο σκόρπισμα ενέργειας στην προσπάθεια να
απαλλαχθείς από τον φόβο, και η χωροχρονική απόσταση μεταξύ παρατηρητή και
παρατηρούμενου εξαφανίζεται. Όταν καταλάβεις ότι είσαι ένα μέρος του φόβου σου
και όχι ξεχωριστός απ’ αυτόν – ότι είσαι φόβος – τότε δεν έχεις να κάνεις
τίποτα γι’ αυτό: τότε ο φόβος τελειώνει ολοκληρωτικά.
Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014
Ο… φόβος κάνει τον εθνικόφρονα
Κείμενο: Βασίλης Ραφαηλίδης*
ΣΤΗΝ
προσπάθεια του να δημιουργήσει το νεοελληνικά κράτος εθνική συνείδηση
εκ του μη όντος, άσκησε μια τόσο βάναυση τρομοκρατία επί των υπηκόων
του, που κατάφερε στο τέλος να φτιάξει από τους αλλοεθνείς τους πιο
φανατικούς και μαζί τους πιο αστείους «εθνικόφρονες». Προκειμένου να
κρύψουν, δια τον φόβον των Ιουδαίων, την πραγματική εθνική τους
ταυτότητα οι Αρβανίτες, οι Βλάχοι και κυρίως οι Σλάβοι υπερέβαλαν σε τεχνητό εθνικισμό και τους επαγγελματίες «εθνικόφρονες».
Από την άλλη μεριά, οι εκχριστιανισθέντες Εβραίοι,
που είναι πάρα πολλοί σε τούτον τον τόπο και οι Αρμένιοι, που κατά
μάζες εξελλήνισαν τα ονόματά τους, μπήκαν άτσαλα στο χορό της εθνικής
πλειοδοσίας από το φόβο μη χαρακτηριστούν «εθνικοί μειοδότες».
ΤΑ
ΠΙΟ αστεία πράγματα για το «μεγαλείο της φυλής» και τα ηχηρά παρόμοια
ακούστηκαν από ανθρώπους που αποδειγμένα ανήκαν σε άλλη φυλή.
Λοιπόν,
ο φόβος κάνει τον «εθνικόφρονα». Και η «εθνικοφροσύνη» δεν είναι παρά η
εκδήλωση του απέραντου φόβου των δύσμοιρων κατοίκων αυτού του τόπου,
που -θέλουν σώνει και καλά να είναι “Ελληνες, γιατί ξέρουν πως το
τεχνητό ελληνικό κράτος αμείβει καλύτερα τους τεχνητά σκεπτόμενους και
τεχνηέντως φερόμενους.
Κι
έτσι, η ελληνική επικράτεια γέμισε από κρυψίνοες και καιροσκόπους, από
δόλιους και απατεωνίσκους, από κοψομεσιασμένους και κωλοσφογγάριους. Η
αναξιοπρέπεια που κυριαρχεί απ” άκρου εις άκρον σε τούτο τον τόπο έχει
τη ρίζα της στο τεχνητό ένδυμα της ελληνικότητας, που το φόρεσαν σε
όλους μας με τη βία και επί ποινή αποκλεισμού από τα αγαθά του κρατικού
κορβανά.
Μ”
αυτά, και μ” άλλα πολλά, το ίδιο κατάπτυστα, σχεδόν όλοι ψάχνουν για
«ρίζες» σ” ένα χώμα ακατάλληλο πια για πολιτιστική καλλιέργεια. Πώς να
πιάσουν ρίζες σ” έναν τόπο άνθρωποι που δεν τολμούν να κάνουν φανερή
την πραγματική τους ρίζα, με αποτέλεσμα γνήσιο Βλάχο να σπέρνεις και
«γνήσιος» Έλληνας να σου φυτρώνει στα καλά καθούμενα; Μέχρι το τέλος του
βίου του ο Τσιτσάνης
ντρεπόταν να πει πως είναι Βλάχος. Ήταν, βλέπεις, ο «λαϊκός βάρδος όλων
των Ελλήνων» κι αυτό τον εμπόδιζε να καταλάβει πως “ Ελληνες είναι και
οι Βλάχοι. Καθώς κι όλοι όσοι κατοικούν σε τούτο τον τόπο, άσχετα από
τη φυλετική τους καταγωγή, που στο κάτω κάτω δε σημαίνει απολύτως τίποτα
και από θεωρητική και από πρακτική άποψη. Σήμερα, μάλιστα, με την
ανάπτυξη των επικοινωνιών, αλλά και το συνεχές μπέρδεμα των αλλοεθνών
πληθυσμών, φαντάζει γελοίο το να μιλάει κανείς για «φυλετική
καθαρότητα». Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι κι όσοι πέρασαν απ” αυτόν τον
τόπο ως κατακτητές, ως προσκυνητές και ως τουρίστες μαζί με το σπέρμα
τους άφησαν και τον πολιτισμό τους.
ΣΤΙΣ
παραπάνω τυχαίες επιμειξίες πρέπει να προσθέσουμε και τους γάμους
μεταξύ αλλοεθνών, που ολοένα και περισσότερο πολλαπλασιάζονται, καθώς
και τους βιασμούς, που δεν τους συνηθίζουν μόνο οι Τούρκοι, όπως θέλουν
να λένε. Αλίμονο στους λαούς αν δεν ανανεώνονται συνεχώς και φυλετικά
και πολιτιστικά. Σε τούτο τον κόσμο, καθαρή ράτσα μπορεί να βρει κανείς
μόνο στον… ιππόδρομο, χωρίς να αποκλείονται και κει οι επιμειξιακές
λαθροχειρίες. “Υστερα από όλα αυτά, μόνο εμείς ξέρουμε γιατί συνεχίζουμε
να «νιώθουμε υπερήφανοι» που είμαστε Έλληνες, τη στιγμή μάλιστα που
μετέχουμε ολοένα και λιγότερο στην ελληνική παιδεία.
Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης
στο σπουδαίο βιβλίο του «Επί της δομής του Νεοελληνικού Κράτους»
(έκδοση του συγγραφέα) που θα μας απασχολήσει και σήμερα για έβδομη κατά
σειρά Κυριακή (θα υπάρξουν κι άλλες κακλαμάνειες Κυριακές, γιατί
πιστεύουμε πως αν δεν ταρακουνηθούν το συντομότερο κάποιοι
ελληνοσκληρυμένοι εγκέφαλοι, η νέα Ελλάδα σε λίγα χρόνια θα είναι ένα
σχήμα λόγου, εντελώς ανάξιο λόγου σε διεθνές επίπεδο), ο Κακλαμάνης,
λοιπόν, πιστεύει βάσιμα πως το κριτήριο της εθνικοφροσύνης αποσκοπεί στο
να επανδρωθεί ο κρατικός μηχανισμός με απολιτικούς. Γιατί μόνο «χυτοί
θα μπορούσαν να κινήσουν όπως-όπως τα γρανάζια μιας κρατικής μηχανής που
προσπαθεί να κρύψει το σήμα του εργοστασίου της κατασκευής της.
Η
ελληνική κρατική μηχανή έχει τα χάλια που έχει γιατί δεν είναι ούτε
ελληνική ούτε μηχανή. Είναι, απλούστατα, ένας καταπιεστικός μηχανισμός
που τον κατασκεύασαν οι «προστάτιδες δυνάμεις» γύρω στα 1840 και τον
έβαλαν σε λειτουργία με την ελπίδα πως κάποιο κράτος θα ξεπεταχτεί μέσα
από τα γρανάζια της. Προς το παρόν όμως κράτος δεν μπόρεσε να
κατασκευάσει η κρατική μηχανή. Γιατί τα κράτη δεν τα φτιάχνουν οι
κρατικές μηχανές, αλλά οι εθνότητες. Και ενώ οι πολλές εθνότητες που
κατοικούσαν και συνεχίζουν να κατοικούν εδώ θα μπορούσαν να φτιάξουν
όλες μαζί ένα αξιοπρεπές καπιταλιστικό κράτος, η μία και μόνη εθνότητα
που επιλέχθηκε, οι Έλληνες, όντας ανύπαρκτοι ουσιαστικά, έφτιαξε τελικά
ένα ανύπαρκτο κράτος, δύσμορφο, ανίκανο, αναξιόπιστο, τραμπούκικο,
χωροφυλακίστικο, ασφαλίτικο, μαυραγορίτικο, ρουσφετοκρατούμενο,
καχύποπτο, μίζερο, ελεεινό και τρισάθλιο, που κανείς, ούτε ντόπιος ούτε
ξένος, δε λέει να το πάρει στα σοβαρά.
Η περίφημη «εθνική υπερηφάνεια»
δεν είναι παρά μια δημαγωγική «διακήρυξη». Ποιος τίμιος και ευαίσθητος
άνθρωπος που κατοικεί σε τούτο τον τόπο θα μπορούσε να είναι
υπερήφανος, όταν ξέρει πως ο ένας στους δύο δημόσιους υπάλληλους κλέβει
το κράτος, δηλαδή όλους μας; Πώς να νιώθεις καλά ως “Ελλην όταν η Ελλάδα
κατέχει παγκόσμιο ρεκόρ στις ακάλυπτες επιταγές; Πώς να κυκλοφορήσεις
στους δρόμους της πρωτεύουσας όταν πρέπει συνεχώς να έχεις, με βροχή και
με ήλιο, ανοιγμένη την ομπρέλα για να προφυλαχτείς από τα μικροβιοφόρα
σάλια των νεοβαρβάρων, οι ελληνικότατες ροχάλες των οποίων πυκνώνουν
όσο προχωρείς από το Σύνταγμα προς την Ομόνοια;
Και
αυτό διότι στο Σύνταγμα υπάρχουν περισσότεροι τουρίστες, πράγμα που
καθιστά τούτη την πλατεία την πιο υγιεινή γωνιά ολόκληρης της Ελλάδας.
Δε
ζητάμε λοιπόν από την Ελλάδα να εφαρμόσει το σοσιαλισμό. Ζητάμε προς το
παρόν να κάνει σωστό καπιταλισμό. Γιατί, αν νομίζετε πως η Ελλάδα είναι
καπιταλιστικό κράτος, μάλλον κάνετε λάθος. Είναι, απλώς, ένα κράτος «δύσμορφου καπιταλισμού»
(πρόκειται για όρο της Πολιτικής Οικονομίας). Κι αυτό σημαίνει πως ο
“Ελληνας καπιταλιστής συνεχίζει να παίζει το παιχνίδι του χωρίς κανόνες.
Είναι απροσχημάτιστα ένα αρπαχτικό, όχι μόνο ως προς τους εργαζόμενους,
αλλά και ως προς τους συνέλληνες συνκαπιταλιστές. Στην Ελλάδα είναι
δύσκολο να είσαι ακόμη και καπιταλιστής. Πόσο μάλλον σοσιαλιστής.
ΑΣ δούμε σύντομα πόθεν κατάγεται ..τούτη η δυσπλασία του νεοελληνικού κράτους.
Ο
Κακλαμάνης λέει πως η Ελλάδα των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων είναι η
τυπική περίπτωση χώρας, όπου το Δίκαιο δε συνιστά Κράτος. Γιατί το κατ”
ουσία Δίκαιο των Ελλήνων ήταν και παραμένει το εθιμικό. Οι “Ελληνες
καταφεύγουν πάρα πολύ συχνά στη Δικαιοσύνη γιατί το Δίκαιο το
αντιλαμβάνονται ως υποκατάστατο του αυθόρμητου και άγραφου Εθιμικού
Δικαίου. Και επειδή το Εθιμικό Δίκαιο εδώ δεν μπορεί να είναι ενιαίο,
εξαιτίας της πολυεθνικής σύστασης του ελληνικού λαού, ο καθένας
αντιλαμβάνεται το Δίκαιο κατά το δοκούν.
Ακόμα και οι δικαστές, που υποτίθεται πως ξέφυγαν από τον αυθορμητισμό του Εθιμικού Δικαίου.
Δεν μπορούν να υπάρξουν Κανόνες Δικαίου σ” έναν τόπο όπου ο καθένας κουβαλάει μνήμες από το κλειστό Εθιμικό Δίκαιο
της φυλής του. “Αλλωστε, το Εθιμικό Δίκαιο (δηλαδή το έθιμο που
λειτουργεί ως νόμος), ελάχιστα απέχει από την αυτοδικία. Η μορφή Δικαίου
που ταιριάζει περισσότερο στους χαοτικούς Έλληνες είναι λοιπόν η
χαοτική αυτοδικία, που στην ηπιότερη μορφή της εκδηλώνεται ως νταηλίκι.
Οι
“Ελληνες, όπως και όλοι οι ημιβάρβαροι, παραμένουν νταήδες γιατί
κουβαλούν αταβιστικά στη μνήμη τους το γεγονός πως κάποτε οι άνθρωποι
έλυναν όλες τις διαφορές τους με τις γροθιές. Λοιπόν, τι «άλλην χρείαν
δια τον βαρβαρισμόν μας έχομεν», αφού υπάρχει και λειτουργεί το
νταηλίκι, που μάλιστα κάποιοι εντελώς κρετίνοι το έκαναν συνώνυμο της
λεβεντιάς;
Η
βεντέτα και το έθιμο της αδελφοποίησης είναι κατάλοιπα του πρωτόγονου
Εθιμικού Δικαίου. Όπως λέει παραστατικά ο Κακλαμάνης, αποτελούν τα
υπολείμματα σχέσεων μεταξύ αλλοφύλων, δηλαδή κανόνες «Διεθνούς Δικαίου»
υπό στοιχειώδη μορφή για τη δυνατότητα επικοινωνίας των χωριών μεταξύ
τους!!! Είναι εντελώς εκπληκτική, και νομίζουμε εντελώς καινούρια, η
άποψη πως η βεντέτα και η αδελφοποίηση είναι πρωτόγονες μορφές Διεθνούς
Δικαίου. Ιδού, λοιπόν, πεδίο έρευνας λαμπρό για τους διεθνολόγους: Η
Ελλάδα της σήμερον, της οποίας το εσωτερικό δίκαιο είναι… διεθνές,
εξαιτίας της συνεχιζόμενης εχθρότητας ανάμεσα στους αλλοφύλους!
Η
Ελλάδα, λοιπόν, των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων βρέθηκε προ ολικής
αδυναμίας εξευρέσεως κοινού Δικαίου. Να μερικές αποδείξεις: Στην
περίφημη «Διάταξη των Σαλώνων» κάθε επαρχία χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής
επικράτεια, με δικούς της νόμους. Σε μια επανάσταση που ξεκίνησε
μωαμεθανική (με τον Αλή Πασά) και τέλειωσε χριστιανική, ήταν φυσικό να
μπερδευτούν το οθωμανικό με το εγχώριο εθιμικό δίκαιο.
Και
πώς να σκαρφιστεί ευρωπαϊκούς κανόνες δικαίου ένας νομοθέτης που δεν
είχε ευρωπαϊκή νομική παιδεία, και που το μόνο δίκαιο που γνώρισε ήταν
αφενός το εθιμικό και αφετέρου το μωαμεθανικό;
Ο
δύστυχος αγωνιστής – νομοθέτης, στην αγωνία του να σκαρώσει όπως όπως
κανόνες δικαίου για το νεοσύστατο και σαστισμένο κράτος, έφτιαξε έναν
αχταρμά από τσόντες Δικαίου που τις πήρε από δω κι από κει. Πάντως, ο
νομοθέτης εκείνης της πανέντιμης «Διάταξης των Σαλώνων», της πρώτης
μορφής ελληνικού Επαναστατικού Δικαίου, σκέφτηκε πολύ νηφάλια και
χτύπησε το στόχο στο κέντρο: Αποφάνθηκε πως η κάθε επαρχία πρέπει να
έχει το δικό της δίκαιο, πράγμα που σημαίνει πως είχε στο νου του την
ομοσπονδιακή μορφή κράτους. Όμως, έπεσε έξω. Διότι, άλλα μεν οι “
Ελληνες κελεύουν, άλλα δε οι ξένοι προστάζουν.
Αλλά ούτε οι συνταγματολόγοι της εποχής τα κατάφεραν καλύτερα. Στο άρθρο 4 του Συντάγματος της Τροιζήνας
επισημαίνουμε έναν περίεργο συνταγματικό ορισμό του Έλληνα: «Έλληνες
είναι όσοι έλαβαν και όσοι θα λάβουσιν τα όπλα». Το «όσοι έλαβαν» είναι
απολύτως νοητό: Το Σύνταγμα χαρακτηρίζει, ορθότατα ως “Ελληνες μόνο τους
μαχητές. Σαν να λέμε, είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο να χάνουν την
ελληνική υπηκοότητα τόσο οι δοσίλογοι της εποχής (οι συνεργάτες των
Τούρκων) όσο και οι δειλοί και άκαπνοι. (Αν υπήρχε τούτο το άρθρο και
στο σημερινό Σύνταγμα όλα θα πήγαιναν καλύτερα σ” αυτόν τον έρμο τόπο).
Όμως
ο συνταγματολόγος της εποχής σπεύδει αμέσως να ανοίξει ένα πονηρότατο
παραθυράκι: Τι σημαίνει εκείνο το «και όσοι θα λάβουσιν»; Πότε θα τα
λάβουοιν; Τι νόημα θα είχε να τα λάβουσιν μετά το πέρας του αγώνα; Και
εναντίον ποίου θα τα
στρέψουσιν αφού τα λάβουσιν; Εναντίον των Τούρκων σε άλλες περιοχές,
ώστε να μεγαλώσει το Κράτος; Αλλά κάτι τέτοιο φαινόταν εντελώς απίθανο
τότε. Και μεγαλοϊδεάτης τότε ήταν μόνο ο δολιότατος Κωλέττης.
(Τον όρο Μεγάλη Ιδέα τον οφείλουμε σ” αυτόν τον τρομερό δημαγωγό).
Το
πιο πιθανό, λοιπόν, είναι εκείνο το «λάβουσιν τα όπλα» σε χρόνο μέλλοντα
να αναφέρεται στους διαφαινόμενους εμφυλίους πολέμους. Ήξεραν λοιπόν
οι αγωνιστές πως το τεχνητό Κράτος που δημιούργησαν οι μεγάλες δυνάμεις,
από τη στιγμή που δεν πήρε τη μορφή της ομοσπονδίας, όπως αρχικά
προτάθηκε, θα αντιμετώπιζε εξεγέρσεις παρακινημένες από κάποια εθνότητα
ενάντια σε κάποια άλλη. Μ” άλλα λόγια, οι αλλεπάλληλοι εμφύλιοι πόλεμοι
που εκδηλώθηκαν στη διάρκεια της Επανάστασης, εξαιτίας και της πολυφυλετικής συγκρότησης των εξεγερμένων, τώρα κατοχυρώνονταν και συνταγματικά!!
ΣΤΗΝ
πραγματικότητα, ο υπερταξικός εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα δεν
τελείωσε ποτέ”. Και οι κυρίως ειπείν εμφύλιοι πόλεμοι δεν είναι παρά οι
κορυφές του παγόβουνου. Στην πραγματικότητα, ο εμφύλιος πόλεμος στην
Ελλάδα είναι μια κατάσταση καθημερινή, διαβρωτική, καταστροφική. Ο υπ”
αριθμόν ένα εχθρός του Έλληνα παραμένει ο παραδίπλα Έλληνας. Κι αν δε
μας πετούσαν κάθε τόσο φανταστικούς και μισο- φανταστικούς εχθρούς για
να εκτονωνόμαστε και να αποκτούμε τεχνητά «ομοψυχία», με τις γνωστές
στην ψυχολογία της μάζας μεθόδους, τότε οι Πελοποννήσιοι θα εκστράτευαν
κατά των υπολοίπων Ελλήνων κάθε τρεις και πέντε και ο αρχαίος Πελοποννησιακός πόλεμος δε θα είχε τελειώσει ακόμα.
Κι
όλα αυτά γιατί απορρίφθηκε η λύση του Ομοσπονδιακού Κράτους. Και αντ”
αυτού προκρίθηκε η λύση του «ομοιογενούς» Εθνικού Κράτους. Για τις
μεγάλες δυνάμεις της εποχής, ήταν πιο βολικό να ελέγχουν ένα μικρό
κράτος παρά δέκα μικροσκοπικά κρατίδια. Και με τα χρόνια και με το πες
πες, μας έπεισαν τελικά πως είμαστε όλοι καθαρόαιμοι “Ελληνες. Και μας
έκαναν να μην τολμούμε να ξεχωρίζουμε την εθνικότητά μας από τη
θρησκεία μας. “Ετσι, ο καθένας που βαφτίζεται χριστιανός ορθόδοξος,
μαζί με τη «θεία χάρη» παίρνει εντός της κολυμβήθρας και το «χάρισμα»
του να νιώθει “Ελληνας κι ας μην έχει ιδέα τι σημαίνει το να είσαι
Έλληνας. Μ” αυτές και μ” άλλες πολλές λαθροχειρίες καλοί Έλληνες
θεωρούνται πλέον οι καλοί χριστιανοί. Καιρός να σταματήσει αυτή η βρωμερή απάτη.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)


















